Ξεπερνάει το διήγημα και το μυθιστόρημα, μόνο τα μάτια σου μπορούν να την ανιστορήσουν. Και ίσως γι' αυτό τον τελευταίο καιρό να αισθάνομαι πως δεν έχω τίποτα να πω. Η φαντασία μου δεν μπορεί να πάει πάνω από αυτό το σουρεαλισμό. Είδα πολλούς κάδους σκουπιδιών να γίνονται αντικείμενο διαμάχης, των αστέγων, πεινασμένων, ανέργων, ανήμπορων ανθρώπων.
Στην αυλή μου απέξω έχω τέσσερα γατιά. Μονίμως κοιμούνται μπροστά στο κατώφλι, ώστε αν βγω, να με πάρουν αμέσως είδηση. Πριν διαπιστώσουν αν κρατάω φαγητό ή αν βγήκα απλώς για να φύγω, έχουν σκοτωθεί μεταξύ τους. Παρά το γεγονός ότι με φοβούνται, δεν κάθονται να τα χαϊδέψω και αυτό μ' εκνευρίζει πολύ, ένας τους προχθές, πήδηξε πάνω στην αγκαλιά μου με το που βγήκα, από τη βιάση του να είναι αυτός περισσότερο κοντά μου από τους άλλους. Μπας χάσει τον μεζέ που προορίζεται για όλους. Έτσι κι εμείς οι άνθρωποι συμπεριφερόμαστε στις δύσκολες εποχές. Φιλάμε κατουρημένες ποδιές, κάνουμε συμμάχους τους εχθρούς μας και κατασπαράζουμε τ' αδέλφια μας. Η ιστορία της ανθρωπότητας μας βγάζει φάουλ. Ποιές επαναστάσεις και ποιές μεγάλες πράξεις και ποιοί ηρωισμοί και ποια υπερηφάνεια και ποιος ανθρωπισμός. Ειδικά λέξεις σαν την τελευταία ακούγονται σαν ανόητοι χριστιανόπνευστοι όροι σε στόμα χλιδάτων κυριών. Και όμως, οφείλουν να υπάρχουν, να λειτουργούν, να διεγείρονται και να μας οδηγούν οι αισθήσεις μας ακέριες αυτές τις μέρες. Οφείλουν γιατί δεν είμαστε άλογα μα έλλογα ζώα. Γιατί μπορούμε και καλύτερα. Γιατί μας αξίζουν καλύτερα. Και γιατί οφείλουμε κι εμείς καλύτερα.
Αυτό το καινούργιο πρόσωπο της κοινωνίας που πάει να γεννηθεί μα δεν το γνωρίζουμε ακόμα, δεν ξέρουμε αν θα είναι τερατόμορφο ή αν θα έχει κάποια παλιά ξεχασμένα και αναγνωρίσιμα στοιχεία, αυτό το καινούργιο πρόσωπο το γεννάμε όλοι μαζί. Κοινός είναι ο πόνος και κοινό το καταχωνιασμένο όνειρό μας. Μαλακίες λένε ότι τα όνειρα πνίγονται, σκοτώνονται, κατακρεουργούνται. Τι είναι τα όνειρα, ανυπεράσπιστα νεογνά στα χέρια αγρίων; Εμείς τα βγάζουμε στο φως, εμείς τα μεγαλώνουμε, εμείς τους δίνουμε βάρος και υπόσταση, εμείς τα έχουμε ανάγκη, εμείς τα προστατεύουμε, εμείς τα κρύβουμε, σαν μυστικούς σπόρους που ψάχνουν τη γη τους για να φυτευτούν.
Από δω πάω, από κει πάω, που το πάω, που να πάω...
Εδώ. Σ' αυτή τη γη που ήρθα για να ζήσω, να παλαίψω, να επιβιώσω, να ονειρευτώ, να κάνω τις χαρές μου πολύτιμα κειμείλια στο κουτί με το βελούδινο εσωτερικό και τη σατέν κορδέλα, θα πρέπει να θυμάμαι πως για να μπορέσω να συλλέξω περισσότερες από αυτές τις μελλοντικές γλυκές μνήμες, για να μπορέσω να κρατήσω τη γαλήνη μέσα μου, πρέπει να συνεχίσω να υπάρχω και να συμπεριφέρομαι σαν άνθρωπος σε καιρό ειρήνης. Ακόμα κι όταν οι βόμβες σκάνε δίπλα μου ή μέσα στο σπιτι μου, πρέπει με κάθε τρόπο να είμαι σε θέση να δω ένα παιδί που πεινάει. Γιατί υπάρχει και μια άλλη αλήθεια στην ιστορία με τις γάτες της αυλής μου. Η μάνα τους, η κυρά γάταινα, όταν αυτά σκοτώνονται για το φαγητό, κάθεται στην άκρη και τα παρατηρεί, βγάζοντας κάτι ήχους σαν παραπονεμένο μάλωμα, σαν να τους λέει,
"-Συμπεριφερθείτε σαν αδέλφια βρε, άνθρωποι θα καταντήσουμε;"
Και τό'χω βάλει στόχο να της την αλλάξω εγώ τη γνώμη της κυρα γάταινας. Της αγέρωχης, υπερόπτριας και ακατάδεχτης Μίου.
Στην αυλή μου απέξω έχω τέσσερα γατιά. Μονίμως κοιμούνται μπροστά στο κατώφλι, ώστε αν βγω, να με πάρουν αμέσως είδηση. Πριν διαπιστώσουν αν κρατάω φαγητό ή αν βγήκα απλώς για να φύγω, έχουν σκοτωθεί μεταξύ τους. Παρά το γεγονός ότι με φοβούνται, δεν κάθονται να τα χαϊδέψω και αυτό μ' εκνευρίζει πολύ, ένας τους προχθές, πήδηξε πάνω στην αγκαλιά μου με το που βγήκα, από τη βιάση του να είναι αυτός περισσότερο κοντά μου από τους άλλους. Μπας χάσει τον μεζέ που προορίζεται για όλους. Έτσι κι εμείς οι άνθρωποι συμπεριφερόμαστε στις δύσκολες εποχές. Φιλάμε κατουρημένες ποδιές, κάνουμε συμμάχους τους εχθρούς μας και κατασπαράζουμε τ' αδέλφια μας. Η ιστορία της ανθρωπότητας μας βγάζει φάουλ. Ποιές επαναστάσεις και ποιές μεγάλες πράξεις και ποιοί ηρωισμοί και ποια υπερηφάνεια και ποιος ανθρωπισμός. Ειδικά λέξεις σαν την τελευταία ακούγονται σαν ανόητοι χριστιανόπνευστοι όροι σε στόμα χλιδάτων κυριών. Και όμως, οφείλουν να υπάρχουν, να λειτουργούν, να διεγείρονται και να μας οδηγούν οι αισθήσεις μας ακέριες αυτές τις μέρες. Οφείλουν γιατί δεν είμαστε άλογα μα έλλογα ζώα. Γιατί μπορούμε και καλύτερα. Γιατί μας αξίζουν καλύτερα. Και γιατί οφείλουμε κι εμείς καλύτερα.
Αυτό το καινούργιο πρόσωπο της κοινωνίας που πάει να γεννηθεί μα δεν το γνωρίζουμε ακόμα, δεν ξέρουμε αν θα είναι τερατόμορφο ή αν θα έχει κάποια παλιά ξεχασμένα και αναγνωρίσιμα στοιχεία, αυτό το καινούργιο πρόσωπο το γεννάμε όλοι μαζί. Κοινός είναι ο πόνος και κοινό το καταχωνιασμένο όνειρό μας. Μαλακίες λένε ότι τα όνειρα πνίγονται, σκοτώνονται, κατακρεουργούνται. Τι είναι τα όνειρα, ανυπεράσπιστα νεογνά στα χέρια αγρίων; Εμείς τα βγάζουμε στο φως, εμείς τα μεγαλώνουμε, εμείς τους δίνουμε βάρος και υπόσταση, εμείς τα έχουμε ανάγκη, εμείς τα προστατεύουμε, εμείς τα κρύβουμε, σαν μυστικούς σπόρους που ψάχνουν τη γη τους για να φυτευτούν.
Από δω πάω, από κει πάω, που το πάω, που να πάω...
Εδώ. Σ' αυτή τη γη που ήρθα για να ζήσω, να παλαίψω, να επιβιώσω, να ονειρευτώ, να κάνω τις χαρές μου πολύτιμα κειμείλια στο κουτί με το βελούδινο εσωτερικό και τη σατέν κορδέλα, θα πρέπει να θυμάμαι πως για να μπορέσω να συλλέξω περισσότερες από αυτές τις μελλοντικές γλυκές μνήμες, για να μπορέσω να κρατήσω τη γαλήνη μέσα μου, πρέπει να συνεχίσω να υπάρχω και να συμπεριφέρομαι σαν άνθρωπος σε καιρό ειρήνης. Ακόμα κι όταν οι βόμβες σκάνε δίπλα μου ή μέσα στο σπιτι μου, πρέπει με κάθε τρόπο να είμαι σε θέση να δω ένα παιδί που πεινάει. Γιατί υπάρχει και μια άλλη αλήθεια στην ιστορία με τις γάτες της αυλής μου. Η μάνα τους, η κυρά γάταινα, όταν αυτά σκοτώνονται για το φαγητό, κάθεται στην άκρη και τα παρατηρεί, βγάζοντας κάτι ήχους σαν παραπονεμένο μάλωμα, σαν να τους λέει,
"-Συμπεριφερθείτε σαν αδέλφια βρε, άνθρωποι θα καταντήσουμε;"
Και τό'χω βάλει στόχο να της την αλλάξω εγώ τη γνώμη της κυρα γάταινας. Της αγέρωχης, υπερόπτριας και ακατάδεχτης Μίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου