Τα φτερά της Πέτρας
«Δούλεψε λοιπόν όλο το καλοκαίρι η Πέτρα στη Χώρα και μετά πήρε την απόφαση και μεταφέρθηκε σ’ αυτή την άλλη πλευρά του «Μεροσαυτό», για δέκα ημέρες. Νοίκιασε ένα όμορφο δωμάτιο που λόγω "τέλος σαιζόν", η τιμή του είχε πέσει πολύ. Το νοίκιασε με την πρόθεση να απολαύσει επιτέλους τον μεσημεριανό ύπνο της, το φαγητό της, τις βόλτες της και κυρίως τα ταξίδια της με τη σκέψη.
Μόνο που τη νύχτα όταν πήγε να κοιμηθεί, άκουσε φασαρία, φωνές και γιουχαΐσματα να τη φτάνουν από τη βόρεια πλευρά του χωριού. Κι ενώ το ξενοδοχείο της βρισκόταν τουλάχιστον πεντακόσια μέτρα έξω από το χωριό, τα άκουγε όλα σαν να γινόταν έξω από την πόρτα της συμπλοκή, ή σαν να έκαναν επιδρομή στη στέγη του ξενοδοχείου της οι Νίντζα. Βγήκε στο μπαλκόνι της να δει κι αντίκρισε δεκάδες τις νυχτερίδες να πετούν ανήσυχες, βγάζοντας ήχους συριστικούς που της προκάλεσαν δέος και την έκαναν να ανατριχιάσει.
Κατέβηκε στη ρεσεψιόν, χτύπησε το κουδουνάκι και εμφανίστηκε ο ξενοδόχος ανήσυχος κι αυτός. Μόλις την είδε κατάλαβε αμέσως πως η κοπέλα ήταν τρομαγμένη. Την καθησύχασε και τη μετέφερε σε ένα άλλο δωμάτιο, στο ισόγειο, χωρίς μπαλκόνι, αλλά με μια βεράντα μπροστά του, που μπορούσε να κρατήσει το φως της ανοιχτό όλη τη νύχτα, για να νιώθει πιο ασφαλής. Κι αυτό ακριβώς έκανε η Πέτρα. Άφησε το φως της βεράντας ανοιχτό και τίποτα πια δεν πλησίασε στο δωμάτιό της. Μόνο που δεν μπόρεσε να ξανακοιμηθεί. Από τη μια το φως που χτύπαγε στα μάτια της, από την άλλη ο απόηχος των όσων είχε ζήσει πρόσφατα μέσα στην παραζάλη του καλοκαιριού.
Το τέλος του Σεπτέμβρη ήταν γι’ αυτήν πάντα η πιο αγαπημένη εποχή. Ακριβώς τότε που ο υπόλοιπος κόσμος τα μάζευε για να γυρίσει στις δουλειές του, αυτή άρχιζε ν’ απολαμβάνει τις λίγες στιγμές της απόλυτης ελευθερίας της, όπου μπορούσε να πάει όπου ήθελε και να ζήσει με όποιον τρόπο το ήθελε, για δέκα ημέρες. Μετά θα έπρεπε να γυρίσει στην Αθήνα.
«Σπουδάζεις κάτι στην Αθήνα;» Τη ρώτησα.
«Δεν είμαι και τόσο μικρή, τα έχω παρατήσει από χρόνια. Γράφω σε μια εφημερίδα έτσι για το κέφι μου και για να έχω ένα τρόπο να ξεμπουκάρω. Από λεφτά ψείρες».
Το ενδιαφέρον μου γι’ αυτήν διπλασιάστηκε, όταν έμαθα ότι σχετίζεται και η ίδια με την πέννα.
Εκείνη τη μέρα η Πέτρα, σκεπτόταν πως ξόδεψε ένα ολόκληρο καλοκαίρι στο Μεροσαυτό κι άλλο δεν είδε από τα πρόσωπα της δουλειάς της και τους πελάτες. Δεν μίλησε με φίλο ή γνωστό, ούτε μια φορά. Είχε μπει στην πρίζα σαν αυτόματο και είχε αποβάλει σκέψεις και συναισθήματα. Αλλά τώρα όλα αυτά τελείωσαν. Τώρα είχε μια πολύ δυνατή επιθυμία να μοιραστεί αυτές τις πολύτιμες στιγμές της χαλάρωσής της με μια καλή παρέα. Αλλά εδώ που ήρθε για να ησυχάσει, δεν υπήρχε κανείς γνωστός της. Χαμογέλασε στη δήλωση του πόσο παράδοξες ήταν οι κινήσεις της συχνά. Είχε διαλέξει αυτό το σημείο, ακριβώς γιατί δεν θα έπεφτε επάνω σε κανέναν γνωστό.
«-Δεν είχα σκεφτεί πως με τον όρο «γνωστός», δεν εννοούμε πάντα το ίδιο πράγμα. Γνωστός είναι και κάποιος που αναγνωρίζει η ψυχή σου, ενώ δεν τον έχουν ξαναδεί τα μάτια σου. Έτσι δεν είναι;» Με ρώτησε. Άντε να της απαντήσω εγώ τώρα.
Αφού είδε κι απόειδε με τον ύπνο, σηκώθηκε και ντύθηκε. Ο ξενοδόχος με τη γυναίκα του κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο και το ροχαλητό του, ήταν ένας ακόμη σοβαρός λόγος, που την έσπρωχνε να βγει από κει μέσα. Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα και η απόσταση από το ξενοδοχείο μέχρι το χωριό, ήταν μια μεγάλη σκοτεινή διαδρομή, γεμάτη θροΐσματα από φύλλα αόρατων δέντρων και σουρσίματα νυχτόβιων ζώων. Πάνω στον ουρανό χόρευε αργά ο γαλαξίας και τ’ αστέρια που τη συντρόφευαν, της ξύπνησαν τη μελαγχολία από μια άλλη εποχή που είχε κουρνιάσει μέσα της. «-Ήταν έρωτας;» Τόλμησα να τη ρωτήσω . «-Ποτέ το κενό μιας καρδιάς δεν το φτιάχνει το σήμερα». Είπε κι εγώ ακόμα σκέπτομαι την αλήθεια του λόγου της.
Ο Χάρης ούτε τηλεφώνησε, ούτε ήρθε το βράδυ που η Πέτρα τον περίμενε στο σπίτι μου. Ξέμεινε λοιπόν εκεί και δεν της έκανε καρδιά να αφήσει το τζάκι και τις εξομολογήσεις της. Είχε βρει έναν φανατικό ακροατή και σκόπευε αυτό να το χρησιμοποιήσει μέχρι τελικής πτώσης. Είναι αλήθεια ότι θα την προτιμούσα γυμνή στο κρεβάτι μου να μου τα λέει όλα, ξαπλωμένη στο μπράτσο μου. Αλλά ήξερα πως αν διακινδύνευα το παραμικρό, θα την έχανα και ίσως για πάντα. Αυτή ήταν η ευκαιρία μου να τη φέρω κοντά μου, ή να πάω εγώ κοντά της και τα ηνία ήταν στα χέρια της. Όλα όσα μου είπε είχαν ενδιαφέρον, γιατί μου έδιναν την πορεία και τη συνέχεια ενός ανθρώπου, που καθόλου δεν ήξερα και ήθελα τόσο πολύ να μάθω. Αλλά δεν μπορούσα να μη την ονειρεύομαι ξαπλωμένη. Τελικά τόλμησα να της προτείνω να χρησιμοποιήσει τον καναπέ δίπλα της και να στηρίξει το κεφάλι της στα μεγάλα μαξιλάρια. Είχα κι εγώ ένα τέτοιο κάτω από τον αγκώνα μου, πάνω στο χαλί που είχα ξαπλώσει. Υπάκουσε με τη μία. Προφανώς η κοπέλα ήταν πολύ κουρασμένη και είχε ανάγκη από λίγο ύπνο. Κάθε τόσο τα βλέφαρά της έγερναν, αλλά της άρεσε να μου αφηγείται και εγώ φρόντιζα να την κρατώ ξύπνια, για όσο τουλάχιστον άντεχε, επειδή ήθελα να τα μάθω όλα γι’ αυτήν με τη μία. Τι αναπάντεχη ευτυχία!
«Σ ευχαριστώ Χάρη! Σ’ ευχαριστώ που δεν ήρθες», σκεπτόμουν χαιρέκακα.
Αν ήξερα σε τι ήταν μπλεγμένος εκείνη τη νύχτα ο φίλος μου, θα ντρεπόμουν για τη χαρά μου. Το έκανα εκ των υστέρων.
Η Πέτρα που είχε μεγαλώσει από τη μια μέσα στις αλάνες από την άλλη με τον φόβο του πατέρα της μέσα στο σπίτι, δεν μπορούσε να πειθαρχήσει στους σχολικούς κανόνες. Την είχε λοβοτομήσει, είπε, η τόση πειθαρχία και κρύφτηκε για χρόνια αφήνοντας τους δασκάλους να τη θεωρούν καθυστερημένη. Τουλάχιστον έτσι είχε καταφέρει να μην ασχολούνται μαζί της.
Της άρεσε να κάνει θελήματα για τους γείτονες. Να εισπράττει τους επαίνους που της έλειπαν στο σχολείο και στο σπίτι, από τη γειτονιά. Κουζίνες ηλεκτρικές δεν υπήρχαν μέσα σε πολλά σπίτια, οι άνθρωποι έβαζαν το φαγητό τους στο ταψί κάθε Κυριακή και το έστελναν στο φούρνο. Όταν πήγαινε στο φούρνο κανένα ταψί, καθόταν και περίμενε για να δει τι θα τραβήξει έξω ο φούρναρης με το φτυάρι του κι αν ήταν ένα φαγητό που της άρεσε, του έλεγε, «-να τσιμπήσω λίγο από αυτό;». Αυτός δεν μπορούσε να αντισταθεί στη γλυκύτητά της, ούτε να παραβλέψει τον υπομονετικό τρόπο που περίμενε για να βγει το ταψί, φρόνιμη φρόνιμη χωρίς να πειράζει τίποτα μέσα στο μαγαζί και χωρίς να βγάζει άχνα. «-Τσίμπα!». Της έλεγε ο φούρναρης και με τη μακριά του πιρούνα μετά, της έκοβε ο ίδιος ένα καλό κομμάτι και της το έβαζε μέσα σε μια λαδόκολλα για να μην καεί. Αυτή αφού το έπαιρνε έξω, καθόταν στο σκαλοπάτι και το τσιμπολογούσε μέχρι να κρυώσει και κόψε κόψε, κατάφερνε να το φάει καυτό στο τέλος. Ύστερα έπαιρνε το ταψί που ήταν γι’ αυτήν, έδινε το χέρι της στον φούρναρη που την χαιρετούσε πάντα με αυτό τον τρόπο και, έφευγε τρεκλίζοντας από το βάρος για να πάει το φαγητό στον προορισμό του. Αν ο προορισμός ήταν το σπίτι κανενός γείτονα κι όχι το δικό της, οι άνθρωποι τη ρωτούσαν τι θέλει να την φιλέψουν κι αυτή έλεγε «τίποτα». Καθόλου του φαγητού δεν ήταν αυτό το παιδί, πετσί και κόκαλο. Η μάνα της την κυνηγούσε για να φάει κάτι και μόνο στο φούρνο φαινόταν να ζηλεύει τα φαγητά που έβγαιναν, με τις μυρωδιές να της σπάνε τη μύτη και την κόρα που το ψήσιμο έφτιαχνε επάνω στο κρέας. Αυτήν ακριβώς την κόρα της άρεσε να τραγανίζει και καθόλου το κρέας πιο μέσα. Τίποτα λοιπόν δεν ήθελε να την φιλέψουν οι γείτονες για τις υπηρεσίες της, άλλωστε αυτό που εκείνη ήθελε, δεν το είχε κανένας.
Δεν είχε καμιά σχέση με φαγητό. Σε ένα από τα σπίτια που δούλευε η μάνα της και την είχε πάρει μαζί της, είχε δει ένα παιδικό περιοδικό με γυαλιστερό εξώφυλλο και μια ζωγραφιά πάνω του, που της είχε κάνει πολύ εντύπωση. Δυο άνθρωποι πετούσαν με κέρινα φτερά και ο ένας, που ήταν ένα όμορφο παλικάρι έπεφτε με τα φτερά του λιωμένα ενώ ο άλλος, ο μεγαλύτερος, το κοιτούσε έντρομος από πιο μακριά και δεν προλάβαινε να πάει έγκαιρα κοντά για να το σώσει.
Δεν είχε φανταστεί μέχρι τότε με τι μπορεί να μοιάζουν δυο άνθρωποι που πετάνε και, είχε απορήσει και θαυμάσει το θάρρος τους να το επιχειρήσουν βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους. Με αφορμή αυτή τη ζωγραφιά, αναρωτιόταν για χρόνια αν υπήρχε τρόπος τόσα χρόνια μετά να πετάξει ένας άνθρωπος χωρίς να σκοτωθεί κι άρχισε να μελετάει τα πάντα για το πέταγμα, τα αεροπλάνα, τα ελικόπτερα, την ανατομία των πουλιών, τις αεροδυναμικές γραμμές και τα πρώτα πειράματα των αδελφών Ράιτ. Επειδή τα αεροπλάνα και οι αεροπορικές εταιρείες ήταν ένα φαινόμενο σχετικά καινούργιο στη χώρα μας, όποτε έβλεπε αεροπλάνο να πετάει έτρεχε στο δρόμο και το χαιρέταγε. Νόμιζε πως ο πιλότος τη βλέπει από κει πάνω και της κουνάει το χέρι.
Δυστυχώς το εσωτερικό του περιοδικού αυτού, δεν είχε προλάβει να το δει, γιατί ήρθε το παιδάκι που ήταν ο κάτοχός του και της το άρπαξε από τα χέρια και δεν της έδωσε την ευκαιρία ούτε τις ζωγραφιές στα γρήγορα να κοιτάξει. Και έπειτα ήθελε όσο τίποτε άλλο να ξαναβρεί αυτό το περιοδικό και να το έχει δικό της και να το διαβάζει όσο θέλει και να επιχειρήσει να ζωγραφίσει κι αυτή τις ίδιες ζωγραφιές που είχε μέσα του, μέχρι να μάθει να τις φτιάχνει απέξω, χωρίς να κοιτάζει. Αυτό ευχόταν να ήταν σε θέση να της προσφέρει κάποιος, αλλά επειδή ήξερε ότι οι γείτονες θα γελούσαν με την απαίτησή της, έδινε την απάντηση «τίποτα» και ξεμπέρδευε.
Ύστερα στο σχολείο, κάθε που ο δάσκαλος και τα παιδιά την κορόιδευαν επειδή ποτέ δεν ήξερε το μάθημα, κοίταζε έξω από το παράθυρο ψηλά και φανταζόταν πως έρχεται ένα αεροπλάνο γι’ αυτήν, που θα χαμηλώσει πολύ μέχρι μπροστά από το παράθυρο, θα πηδήξει από κει μέσα του και θα δραπετεύσει. Το ίδιο φανταζόταν ότι συμβαίνει και στο σπίτι της, κάθε φορά που γινόταν φασαρία και εκείνη έτρεμε από το φόβο της σαν ένα φυλλαράκι, τις ώρες που ο πατέρας της πλησίαζε απειλητικός τη μάνα της και της έριχνε το πρώτο χαστούκι. Κι αν τα πράγματα έμεναν εκεί στο πρώτο χαστούκι, το κακό ήταν μικρό και η ανακούφιση που δεν έγινε κάτι χειρότερο, ήταν μεγάλη. Σε κείνες τις χειρότερες περιπτώσεις που τα πράγματα δεν έμεναν στο πρώτο χαστούκι, η Πέτρα χαμογελούσε κοιτάζοντας ένα αεροπλάνο να έρχεται, έναν πιλότο να της απλώνει το χέρι και αυτή να πηδάει μέσα στο αεροπλάνο και να χάνεται μαζί του στα σύννεφα. Μου είπε πως τα κατοπινά χρόνια, ένοιωθε πολύ ένοχη που η φαντασία της δεν την πήγαινε λίγο πιο πέρα, ν’ αρπάξει και τη μάνα της από τα χέρια του πατέρα και να σωθούν οι δυο τους πετώντας μακριά.
Αργότερα στο γυμνάσιο σκεφτόταν πως όταν τελειώσει, θα μπει στη σχολή αεροσυνοδών και θα κάνει το όνειρό της με το πέταγμα, πραγματικότητα. Αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ, δεν είχε την απαιτούμενη πειθαρχία για να το πετύχει. Έγινε όμως καλή σκιτσογράφος.
Η Πέτρα, όταν σχόλναγε από το ξενοδοχείο που δούλευε στο Μεροσαυτό, φόραγε το μαγιό της, έπαιρνε το μπλοκ και τα μολύβια της και πήγαινε να φτιάξει μια άλλη σειρά από σχέδια, καθισμένη σε ένα διαφορετικό μέρος από την προηγούμενη φορά. Πάντα φρόντιζε να είναι κρυμμένες οι παραλίες με τον κόσμο πίσω από τους βράχους, ενώ παράπλευρα και μπροστά της, ακρωτήρια, μακρινοί λόφοι, θημωνιές και θάλασσα.
Καθόλου δεν της άρεσε η ιδέα να συμπεριλάβει το ζωντανό στοιχείο της παραλίας στα σχέδιά της. Όταν τα σχεδίασε όλα πάνω από τρεις φορές το καθένα και, έπρεπε να πάει στην άλλη πλευρά του «Μεροσαυτό» για να βρει καινούργια θέματα, είχε τελειώσει το καλοκαίρι, μαζί και η δουλειά της. Στη διάρκεια της παραμονής της εκεί, δεν είχε κάνει κανένα φίλο και ούτε αναρωτήθηκε αν θα υπήρχε άνθρωπος άντρας η γυναίκα, με τον οποίο θα μπορούσε να κάνει παρέα.
Αυτό λοιπόν το πρώτο καλοκαίρι που βρέθηκε μόνη της στο Μεροσαυτό, θα το αποχαιρετούσε με μια μικρή δόση μελαγχολίας, αλλά με περισσότερη ανακούφιση, που η εξοντωτική της εργασία είχε τελειώσει και θα απολάμβανε επιτέλους λίγη ξεκούραση.
Ο πατέρας της ο κυρ Μενέλαος δεν είχε βγει ακόμα στη σύνταξη, αλλά οσονούπω θα έβγαινε και από του χρόνου σκόπευε κι αυτός να μετακομίσει μόνιμα εκεί. Η μάνα της η κυρία Μαρία, αν και δεν συμπαθούσε καθόλου το Μεροσαυτό, θα ήταν υποχρεωμένη να τον ακολουθήσει. Γιατί βλέπεις είχε μάθει να τους φροντίζει όλους. Αφότου η Πέτρα μεγάλωσε και τα πράγματα ηρέμησαν στο σπίτι, η κυρία Μαρία συνειδητοποίησε πως τώρα που το παιδί της είχε τραβήξει το δρόμο του, δεν της απέμενε κανείς άλλος εκτός από αυτόν. Πως θα ζούσε χωρίς να την χρειάζεται πια κανείς; «Αυτό πια δεν θα είναι ζωή, θα είναι καταδίκη» έλεγε. Άντε τώρα να της εξηγήσει κανείς ποια ήταν η πραγματική καταδίκη γι’ αυτήν και την Πέτρα, χωρίς να γίνει κακός και χωρίς να της τονίσει πως οι θυσίες που έκανε και τα βάσανα που για χάρη του παιδιού της υπέστη, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να συμβούν. Πως όλα έγιναν για το τίποτα, ή ακόμα χειρότερα, για μια πληγή που η Πέτρα κουβαλάει εσαεί μέσα της.
«-Αποφεύγω τις πολλές συναντήσεις με τον πατέρα μου. Δεν ξέρω αν θα διαλέξω το ίδιο μέρος του χρόνου για να δουλέψω. Αν και μου έχει έρθει βολικό να μένω σε χώρο δικό μου και να μην πληρώνω ενοίκιο. Έτσι τα λεφτά που έβγαλα, θα μου καλύψουν τις βασικές ανάγκες μου το χειμώνα. Και θα γράφω απερίσπαστη για την εφημερίδα, χωρίς να στενοχωριέμαι για το τι θα φάω και το πως θα πληρώσω το ενοίκιο στην Αθήνα.
Στη δουλειά φέτος τα πήγα καλά. Και οι εργοδότες μου αν και γεμάτοι μικρότητες άνθρωποι, έμειναν ευχαριστημένοι. Μου είπαν πως αν θέλω, μπορώ να ξαναγυρίσω του χρόνου, φτάνει να τους ειδοποιήσω εγκαίρως. Δεν το βλέπω...δύσκολα θα τους άντεχα για ένα ακόμα καλοκαίρι και αφού δεν θέλω να είμαι στο ίδιο μέρος με τον πατέρα μου, θα πρέπει να ξεκινήσω να ψάχνω από τον Απρίλιο για δουλειά , κάπου αλλού.
Αλλά δεν έχω καταλήξει πουθενά ακόμα. Είπα πως έχω δέκα μέρες να τις περάσω ξεκούραστα και να τις απολαύσω. Εδώ θα έμενα μόνο δυο τρεις, ήθελα να πάω κι αλλού. Ξεκίνησα λοιπόν από αυτή την άλλη πλευρά του νησιού. Νοίκιασα ένα φτηνό δωμάτιο και μπήκα σε mood για να απολαύσω επιτέλους τον μεσημεριανό ύπνο μου κι όλα όσα είχα κατά νου. Δυο μέρες μετά τη συνάντησή μου με το Χάρη, γνώρισα και την κυρία Ουρανία. Την είδα στο μίνι μάρκετ του χωριού και με ρώτησε αν ξέρω καμιά κοπέλα, που να θέλει δουλειά τέτοια εποχή. Στην αρχή την άκουσα αδιάφορα και πήγα να φύγω. Αλλά η γυναίκα μου φώναξε, «χίλια πεντακόσια ευρώ δίνω για ένα μήνα. Ίσως δουλέψει και δύο μήνες με τα διπλάσια χρήματα». Κοκάλωσα στη θέση μου. Τόσα λεφτά σε ένα μήνα δεν τα έβγαλα ποτέ. Και τελικά είπα το ναι και μεταφέρθηκα σε ένα από τα δωμάτια της αγροικίας της. Εκεί την άλλη μέρα συνάντησα πάλι το Χάρη που μου είπε ότι είναι γιος της και η έκπληξή μου ήταν μεγάλη και η χαρά μου μεγαλύτερη. Δεν μπορεί να γίνονται τυχαία όλα αυτά Παντελή. Είναι αδύνατον να μην υπάρχει ένας σκοπός για τον οποίο όλα γίνονται»
Αμέσως μετά την τελευταία της πρόταση, άρχισε να μου λέει για το πως γνώρισε το Χάρη που την έκανε να θέλει να παρατείνει για λίγο την παραμονή της στο νησί.
«-Στο φωτισμένο χωριό που λες, ήταν πια όλα ήσυχα. Οι άνθρωποι επιτέλους είχαν ηρεμήσει και μαζευτεί στα σπίτια τους. Από μερικά, άκουγες σιγανές φωνές, κάποιοι συντρόφευαν διακριτικά τη νύχτα στη δουλειά της. Περιηγήθηκα στα στενά του χωριού. Μελέτησα για λίγο εκείνη την τοιχογραφία που ακόμα μύριζε λάδι στην πλατεία με τις μουριές. Άγγελοι και Αρχάγγελοι και το δάχτυλο της δημιουργίας και δυο κόσμοι χωρισμένοι με ένα σύνορο αχνό σαν τον γαλαξία. Ο ένας κόσμος είχε πρόσωπα γεμάτα παράκληση και αγωνία, νόμιζα πως ακούω τις κραυγές της απελπισίας τους. Ο άλλος καθόταν πάνω σε ένα λευκό σύννεφο κι έδειχνε να μην τον αφορά η αγωνία της ανθρωπότητας. Μου σφίχτηκε η καρδιά. «Αν είναι να περιφέρομαι πάνω σε ένα σύννεφο σαν ασύνειδη ύπαρξη, καλύτερα θα ήμουν με αυτούς τους άμοιρους που φωνάζουν και εκλιπαρούν για συγχώρεση». Αποφάσισα.
Εκείνη τη στιγμή λίγο πιο πέρα από μένα, ήρθε και στάθηκε ένας άντρας με μια βαλίτσα. Φαινόταν ταξιδιώτης που μόλις κατέφθασε. Κοίταξε πρώτα τον τοίχο, μετά εμένα κι έξυσε το κεφάλι του.
«-Σας διαβεβαιώνω ότι την τελευταία φορά που ήμουν εδώ, αυτός εδώ ο τοίχος αναγνωριζόταν σαν τοίχος φτιαγμένος από φυσιολογικού ανθρώπου χέρι. Δεν ξέρω τι έγινε. Ελπίζω να μην είναι η αιτία πάντως, που δεν υπάρχει ψυχή στο χωριό.
-Ή ο ζωγράφος στέρεψε από έμπνευση, ή ο ποιητής κάποιο άλλο βαθύ νόημα ήθελε να μας δώσει που ο άσχετος λαός δεν συλλαμβάνει.
-Ή κάποιος θα έπρεπε να συλλάβει το ζωγράφο.
- Πάντως κι εγώ σας διαβεβαιώνω, ότι το χωριό μέχρι πριν από μιάμιση ώρα, ήταν γεμάτο από αυτούς εδώ»
Του έδειξα την πλευρά της τοιχογραφίας με το απελπισμένο πλήθος.
«-Ακριβώς έτσι;» Με ρώτησε ο άντρας.
«-Ναι. Με μόνη τη διαφορά ότι οι κραυγές ακούγονταν. Αλλά δεν μπόρεσα να βγάλω λέξη από αυτά που φώναζαν.
-Κατάλαβα. Σας αναστάτωσαν τον ύπνο ε;
-Μπορείτε να το πείτε. Κατά το ήμισυ. Ήταν κι ένας στρατός από νυχτερίδες που μου επιτέθηκε. Γενικά όλοι επιθετικοί μου φαίνονται εδώ πέρα.
-Αυτή την ιδέα πρέπει να σας την αλλάξουμε. Θα μείνετε πολύ; Χάρης».
Μου πρότεινε το χέρι σε χειραψία. Ανταποκρίθηκα με χαρά. Καταλαβαίνεις, ένιωσα όπως, όταν είσαι σε ξένη χώρα και ακούς κάποιον να μιλάει τη γλώσσα σου .
«-Πέτρα. Ευτυχώς η δυστυχώς φεύγω μεθαύριο. Όσο για σας, καλωσορίσατε»
-Ευχαριστώ, καλώς σε βρήκα. Εντάξει με τον πληθυντικό, έκανε το χρέος του, ας μιλάμε σαν άνθρωποι τώρα».
Γέλασα αλλά εκτίμησα πολύ αυτή του την αμεσότητα. Τον ξέρεις το Χάρη τώρα, δεν κρατάει τους τύπους σε τίποτα.
-Κι όμως υπάρχουν κάποια πράγματα που τον δεσμεύουν σε σχέση με αυτό. Αλλά τέλειωσε με αυτό που λες και θα το συζητήσουμε» Της είπα.
«-Ο Χάρης, μου είπε πως πρέπει να σπεύσει να μου γνωρίσει όλα τα ενδιαφέροντα του χωριού, αφού θα έφευγα τόσο σύντομα, εκτός κι αν με κατάφερνε να μείνω περισσότερο. Ύστερα προσφέρθηκε να με συνοδεύσει μέχρι το ξενοδοχείο μου. Χωρίς να μου δώσει τον καιρό να το καλοσκεφτώ, μπήκε μέσα σε μια αυλή και αμέσως μετά εμφανίστηκε πάλι μπροστά μου με τα χέρια του άδεια.
«-Πάμε.. υποθέτω μένεις στο ξενοδοχείο του Αρχοντάκη».
Του είπα ναι, και ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε το στενό προς τον μεγάλο δρόμο.
Καθώς προχωρούσαμε, γύρισα και είδα έναν άντρα που στεκόταν μπροστά στην πόρτα της αυλής του και μας παρατηρούσε. Σήκωνε τώρα στα χέρια του τη βαλίτσα που ο Χάρης, είχε ακουμπήσει στην πεζούλα της.
«-Μια καλησπέρα δεν ήξερες να πεις πρώτα; Αν δεν έκανε το λεωφορείο την τελευταία του στάση εδώ, ούτε που θα σταμάταγες καθόλου στο χωριό. Γαϊδούρι. Ίδιος η μάνα σου! Αχάριστος!». Φώναξε.
«-Για σένα είναι αυτό το ψαλτήρι;». Ρώτησα το Χάρη.
«-Ναι, είναι ο αγαπημένος μου μπαμπάς.
-Έπρεπε να πας να τον δεις. Τώρα θα τα έχει μαζί μου».
Ο Χάρης γέλασε πολύ, ξεκαρδιστικά. Δεν μπορούσα να καταλάβω πού έβρισκε το αστείο και μου εξήγησε πως αν και με λένε Πέτρα, δεν ήμουν εγώ η πέτρα του σκανδάλου για τον πατέρα του, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο πατέρας του είχε επιλέξει να τον αντιμετωπίζει έτσι, για να διασκεδάζει τις τύψεις του. Προσπαθούσα να καταλάβω για ποιο πράγμα μου μιλάει, αλλά φοβόμουν να του κάνω προσωπικές ερωτήσεις. Δεν χρειάστηκε, τα είπε όλα μόνος του.
«-Ο πατέρας μου δεν κλείνει ποτέ το φως του δωματίου του τη νύχτα.
-Γιατί αυτό;
-Τη φοβάται τη νύχτα. Φοβάται πως άμα κοιμηθεί με το φως κλειστό, θα έρθουν οι εφιάλτες να τον αρπάξουν.
-Έχω δει και χειρότερους που δεν τους τρώει καμιά τύψη. Τουλάχιστον αυτός έχει συνείδηση». Του είπα.
«-Καμιά συνείδηση. Απλώς γέρασε κι έχει πολλές ανασφάλειες. Αλλά ότι ναι, η σχέση μας είναι η χειρότερη που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σε πατέρα και γιο, αυτό είναι αλήθεια.»
Δεν ήξερα αν αυτό ήταν μια προσπάθεια αστεϊσμού από μεριάς του ή μιλούσε τελείως σοβαρά. Όταν κατάλαβα πως ίσχυε το δεύτερο, σχολίασα πως είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου, να τσακώνεται η παλιά γενιά με την καινούργια.
«-Δεν πρόκειται για νοοτροπίες γενεών. Ο πατέρας μου άλλωστε δεν έχει όμοιό του».
Με διέκοψε εκείνος και μπήκε κατευθείαν στην εποχή, που χωρίς να τρέξει ένα δάκρυ στα μάτια του, φόραγε το παντελόνι του μόλις ο κύριος Στράτος τον άφηνε και πήγαινε και κλειδωνόταν στο δωμάτιό του. Κάθε φορά είπε που έλειπε η μάνα του γινόταν αυτό. Με μια ασήμαντη αφορμή ο πατέρας του, του κατέβαζε το παντελόνι και τον χτυπούσε στα πισινά με μια λωρίδα.
«-Έτσι χωρίς λόγο;» τον ρώτησα σοκαρισμένη.
« -Με λόγο βέβαια. Δεν έμαθα να πλένω σωστά τα ποτήρια, να τρίβω το κεφάλι μου πίσω από τα αυτιά όταν έκανα μπάνιο, να μη διαβάζω δυνατά, να μη σκαλίζω τη μύτη μου, να μην πιάνω τις γάτες και τους σκύλους, να μην αναπνέω δυνατά, να μη βήχω να μη. Μια φορά τον είχα τρομάξει τόσο πολύ με την απειλή μου ότι θα πέσω από το μπαλκόνι, που εκείνος αραίωσε τη συχνότητα του ξύλου. Από τότε δεν χρησιμοποίησε ποτέ ξανά τη λωρίδα του, παρά μόνο με το χέρι μου έδινε καμιά σφαλιάρα στο πρόσωπο και όλα τελείωναν εκεί. Ύστερα ούτε τη σφαλιάρα μπορούσε να μου δώσει. Γιατί μια μέρα του άρπαξα το χέρι στον αέρα και παραλίγο να του το σπάσω. Αλλά όταν τα χρόνια πέρασαν αρκετά μετά από αυτή την άγρια περίοδο, του πέταξα μια μέρα πως είναι ο χειρότερος άνθρωπος που γνώρισα και πως θα ευχόμουν να μην είχα γεννηθεί, παρά να τον είχα πατέρα.
Ύστερα πέρασα στο οικονομικό, Θεσσαλονίκη. Στο τελευταίο έτος, τον ειδοποίησαν μια μέρα, ότι είχα πάθει ατύχημα με το μηχανάκι και βρισκόμουν σε κώμα. Δεν ήξεραν οι γιατροί αν θα συνερχόμουν ποτέ. Αυτός δεν έφευγε από το νοσοκομείο ούτε για να πάει να κοιμηθεί, ούτε καλά καλά για να φάει. Η μάνα μου του έφερνε το φαγητό στο νοσοκομείο και ύστερα εκείνη καθόταν πάνω από το προσκέφαλο μου και αυτός έβγαινε στην αυλή να καπνίσει. Κι εκεί μου είπε η μάνα μου πως έκλαιγε και με παρακαλούσε να συνέλθω και μου υποσχόταν πως θα επανορθώσει για τα λάθη του, με το να γίνει για μένα ο καλύτερος πατέρας. Να το χέσω. Κι αν ήταν αργά για κάτι τέτοιο, μου υποσχόταν πως θα φύγει από τη ζωή μου και δεν θα τον ξαναδώ, θα με αφήσει να ηρεμήσω, φτάνει να συνέλθω κι εκείνος θα κάνει ότι του πω.
Φαίνεται πως οι προσευχές και τα παρακάλια του εισακούστηκαν. Άνοιξα τα μάτια μου μέσα στον πόνο μου και είδα πρώτα τη μάνα μου και πιο πίσω αυτόν. Δεν το έκανα επίτηδες, άλλωστε ζαλισμένος από το κώμα και το χτύπημα, δεν μπορούσα να βρίσκομαι σε τέτοια εγρήγορση. Αλλά φαίνεται το απωθημένο μου μαζί του, ήταν βαθύ κι έτσι όταν τον αντίκρισα να με κοιτάζει χαρούμενος, ενοχλήθηκα.. «-Τι κάνει αυτός εδώ; Διώξε τον σε παρακαλώ». Είπα στη μάνα μου
Αυτός έσκυψε το κεφάλι του και βγήκε από το δωμάτιο. Βγήκε από το νοσοκομείο. Βγήκε δια παντός από τη ζωή μου και από τη ζωή της μάνας μου. Και ήρθε να ζήσει στο Μεροσαυτό.
Έχει μια ήσυχη και μοναχική ζωή που του αρέσει. Δεν έχει πάρε δώσε με τους ανθρώπους. Η ζωή του οργανωμένη μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια, με πολλή δουλειά στον κήπο και πολλές ασχολίες μετά από αυτήν. Μόνο τις νύχτες όταν ξαπλώνει, όταν τον παίρνει ο ύπνος μάλλον, τον επισκέπτονται οι εφιάλτες. Κάθε νύχτα οι περαστικοί έξω από το σπίτι, τον ακούνε να φωνάζει και δεν ξέρουν αν το κάνει στο ύπνο του ή στον ξύπνιο του.
«-Ούτε μια φορά δεν σε άκουσα να με φωνάζεις πατέρα. Έχω κάνει τόσα για σένα και ούτε μια φορά δεν με είδες και δεν μου μίλησες σαν πατέρα σου. Στο διάολο πουτάνας γιε κι ακόμα παραπέρα!».
Με ρωτάνε όλοι στο χωριό τι πρόβλημα έχω με τον πατέρα μου. Χωρίς να έχω ανοίξει το στόμα μου εγώ, από τις βρισιές του και μόνο, από τη μουρμούρα του, μας έχουν πάρει είδηση οι πάντες».
Ανάκατα σου τα λέω κάπως, γιατί είπαμε κι άλλα στα ενδιάμεσα, για τις σπουδές μας, τα χόμπι μας, τα ερωτικά μας… Βλέπεις αντί να με αφήσει στο ξενοδοχείο μόλις φτάσαμε, συνεχίσαμε να περπατάμε μέχρι την παραλία και εκεί, καθίσαμε και μιλούσαμε μέχρι το πρωί. Μη με κοιτάζεις έτσι».
Ήταν πολλές οι πληροφορίες που μου έδωσε η Πέτρα μέσα σε μια νύχτα για την ίδια, το Χάρη, τον πατέρα του, το χωριό. Ένιωθα πως το πιο βασικό δεν ειπώθηκε, αλλά ίσως να μη το ήξερε ούτε και η ίδια. Τι έκανε το Χάρη να εκμυστηρευτεί τόσα πολλά σε κείνη από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους; Τι τον έκανε να μην εμπιστεύεται εμένα τόσους μήνες μετά ακόμα, ενώ του έχω βγάλει τόση εγκαρδιότητα, τόσες πραγματικά καλές και ειλικρινείς προθέσεις;
Ένιωθα κουρασμένος από την ακρόαση, από τις σκέψεις μου, από τα ερωτηματικά μου, από την έγνοια μου για το φίλο μου αλλά και από την αγωνία μου για την ανταπόκριση της Πέτρας. Εκείνο το μαξιλάρι πάνω στο οποίο είχα ακουμπήσει το κεφάλι και τον αγκώνα μου, είχε γίνει πλάκα, ένα με το πάτωμα, όμοιο με μια χαλκομανία που την πατάς αποβάλλοντας τα νερά γύρω της, την πατάς για να ενσωματωθεί σε ένα ξένο αντικείμενο. Ένιωθα ο ίδιος σαν χαλκομανία και το μαξιλάρι, όσο η αφήγηση της Πέτρας προχωρούσε, τόσο απέβαλε τις προστατευτικές του ιδιότητες, από τη σκληράδα του πατώματος και το κρύο.
Η Μαριάννα η γυναίκα μου, πέθανε με τον καημό πως δεν κατάφερε να μου δώσει το παιδί που τόσο λαχταρούσαμε και οι δύο. Δεν ήταν δικό της το λάθος αλλά το κουβάλησε μέσα της έτσι, μέχρι την τελευταία της στιγμή. Η γυναίκα που μαζί της είχα δει όλα τα απίθανα ως πιθανά, δεν υπήρχε πια. Κι εγώ από τότε και μετά δεν ξανασκέφτηκα ποτέ το θέμα της πατρότητας. Μέχρι αυτή τη στιγμή που οι πικρόχολες σκέψεις με κατέκλυσαν. «Αν υπήρχε Θεός, θα φρόντιζε τα παιδιά που έρχονται στη γη, να πέφτουν σε καλύτερα χέρια.»
«-Τι ψάχνεις όμως; Τι είναι αυτό που πάνω από όλα σε ενδιαφέρει;» Ρώτησα την Πέτρα.
«-Τον εαυτό μου Παντελή. Μόνο αυτόν».
Ήταν η τελευταία της φράση πριν κλείσει κουρασμένη τα μάτια της και με αφήσει να την κοιτάζω μαγεμένος. Στο τέλος αποκοιμήθηκα κι εγώ επάνω στο χαλί, μέχρι που το τζάκι έσβησε κι ένιωσα την παγωνιά να με τυλίγει ολόκληρο.
Καλημέρα. Είμαι σχεδόν έτοιμος για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Στείλε μου e-mail για να σου πω λεπτομέρειες και να δούμε αν μπορούμε να συντονιστούμε.
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλημέραααα! water1@otenet.gr και refene_gr@yahoo.com
ΑπάντησηΔιαγραφήΝα μαζεύω υλικό δηλαδή; Στείλε για να δούμε που, πως με ποιους.
Το πρώτο κεφάλαιο το διάβασες να ρίξω το επόμενο ή να το αφήσω;
Το απόγευμα σου στέλνω το e-mail.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤο διάβασα και περιμένω. Ο λόγος κυλάει όμορφα και μια αγωνία ήδη φώλιασε μέσα μου. Για πρώτο κεφάλαιο καλά είναι. Το στιγμιότυπο με τις νυχτερίδες, έξοχο.