Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Στον απόηχο της αγωνίας και so far.

Πριν από οκτώ μήνες έχασα τον πατέρα μου. Πριν αυτό συμβεί δεν είχα ιδέα πόσο αγαπούσα αυτόν τον άνθρωπο. Στην πραγματικότητα πίστευα πως δεν τον αγαπώ. Για να το παίξω ανεξάρτητη συναισθηματικά, από πείσμα, από παράπονο για εκείνα που ποτέ δεν τόλμησα να του πω, από νεύρα που έφυγε για την τελευταία του κατοικία χωρίς ούτε τότε να με περιμένει, σηκώθηκα κι έφυγα. Μια μέρα μετά την κηδεία του στην οποία δεν παρευρέθηκα, ταξίδεψα για την Κεντρική Ευρώπη. Αν μου έλεγε κάποιος πως θα ερχόταν στιγμή που μέσα σε μια μέρα θ' αποφάσιζα να φύγω ένα τέτοιο ταξίδι, εγώ με την μονίμως άθλια οικονομική μου κατάσταση, θα του απαντούσα γελώντας πως έχει πολύ ζωηρή φαντασία. Αν μου έλεγε κάποιος πως δεν θα λογάριαζα ούτε το φόβο μου για τα αεροπλάνα, θα του απαντούσα πως δεν έχει ιδέα τι θα πει αεροπλανοφοβία. Και το κίνητρό μου μπροστά, δεν ήταν καν μια ακαταμάχητη λαχτάρα. Θα γνώριζα μερικές πόλεις σε κάποιες άλλες χώρες. Ε και; Πάντα βέβαια ήταν κάτι που ήθελα να μπορέσω να το κάνω, αλλά δεν το έθεσα και ποτέ σαν προτεραιότητα. Όμως το κίνητρο πίσω, ήταν μια ακαταμάχητη τάση φυγής. Να φύγω από που; Μπορείς να ξεφύγεις από τις μνήμες σου; Ήμουν άραγε τόσο πολύ αναστατωμένη την ίδια στιγμή που έδειχνα ψύχραιμη και δυνατή; Ήμουν τόσο μα τόσο μόνη; Τι άλλο έπαιξε δεν ξέρω. Φανερά θέλω να πω δεν ξέρω. Όπου και να αγγίξω με τη σκέψη μου πηδάω μέχρι το ταβάνι. Λες και τα πάντα μου την έχουν στημένη με σουβλιά και καρφίτσες που μπήγονται παντού μέσα μου. Δεν αγγίζω.
Είναι κάποιος καιρός που γράφω για πράγματα που αφορούν σε γενικότερες καταστάσεις, που αφορούν σε προβλήματα κοινά ή δραστηριότητες πιο κοινού ενδιαφέροντος. Ακόμα και τότε που γράφω για μένα εγώ λείπω. Δεν αγγίζω.
Είχα υποσχθεί στον εαυτό μου πως όταν θα πάρω είδηση πως αυτές τις γραμμές, τις όποιες δικές μου γραμμές τις διαβάζουν τουλάχιστον έξι άτομα, θα επανέλθω με πιο ουσιαστικό τρόπο στο blog. Δικαιολογίες. Τα άτομα έγιναν έξι κι εγώ ακόμα ένιωθα ανάπηρη πνευματικά για να μπορέσω να κατονομάσω αυτό που μου συμβαίνει. Για να μπορέσω να εξηγήσω με τρόπο λογικοφανή σε μένα πρώτα, αυτή την πολύμηνη απουσία από τα μέσα μου.
Μέχρι και σήμερα το πρωί σκεπτόμουν πως αυτό ήταν. "Κύριοι επτωχεύσαμε. Δεν έχω τίποτε άλλο να πω. Τίποτε που να σας ενδιαφέρει. Επιστρέφω ηττημένη στη σφουγγαρίστρα μου, κλείνοντας αυτή τη μεγάλη παρένθεση  με τα συγγραφιλίκια, τους βαυκαλισμούς, τις ονειροφαντασίες, την αναγνώριση που ποτέ δεν θα λάβω από αυτά μα ούτε κι από τη σφουγγαρίστρα. Είναι ακριβώς το ίδιο. Είτε γράφεις είτε σφουγγαρίζεις, είτε περπατάς στο δρόμο, είμαι ακριβώς η ίδια. Αυτή που σε όλη της τη ζωή ντρεπόταν για τον εαυτό της. Επειδή δεν ήμουν το χαρισματικό παιδί των γονιών μου. Επειδή δεν υπήρξα ποτέ καλή μαθήτρια τότε που είχε σημασία να είμαι. Επειδή δεν υπήρξα ποτέ καλή νοικοκυρά τότε που είχε σημασία να είμαι. Επειδή δεν τέλειωσα ποτέ τις σπουδές μου. Επειδή δεν ήμουν άξια να βρω μια καλύτερη δουλειά. Επειδή δεν βρήκα το θάρρος και δεν είχα το ανάστημα ποτέ να καταγγείλω την αδικία στο προσωπό μου στο δικό μου πρόσωπο όταν μια ζωή την καταγγέλω στα πρόσωπα των άλλων. Ίσως και γι' αυτό σε σχέση με τους άλλους να είμαι τόσο κάθετη,  ν' αγανακτώ τόσο όταν μου περιγράφουν καταστάσεις. Επειδή εξαιτίας όλων αυτών οι άνθρωποι με θεωρούν δεδομένη. Οι εργοδότες μου με θεωρούν δεδομένη. Οι σχέσεις μου με θεωρούν δεδομένη. Είμαι ο άνθρωπος που όλοι περιμένουν πως θα καταλάβει.
Εγώ σήμερα το απόγευμα, μόλις πριν από μία ώρα, κατάλαβα ένα πράγμα. Και δεν το κατάλαβα μόνη μου. Κάποιος με σκούντησε. Είναι το καινούργιο, το έβδομο μέλος στην παρακολούθηση αυτού του μπλογκ, η μέλλουσα μητέρα. Θέλω να της πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Γιατί μπήκα από περιέργεια στο δικό της μπλογκ για να βρω ποια είναι. Και μέσα σ' αυτό διαβάζοντας, ήρθα αντιμέτωπη με τον εαυτό μου. Σκόπευε λέει να πάρει μέρος σε έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό. Και είπε, είναι μικρό το χρονικό περιθώριο που μου απομένει, μόλις τρεις μέρες. Δεν προλαβαίνω να το γράψω και να το στείλω. Και ακριβώς λεγοντάς το, συνειδητοποίησε πως μόλις έβαλε στον εαυτό της μια απαγορευτική πινακίδα, μια τρικλοποδιά από αυτές που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τους άλλους να μας βάζουν. Και αντέδρασε. Και κάθισε και το έγραψε το κείμενο και πρόλαβε και το έστειλε κι όλας. Και πραγματικά είναι αδιάφορο το ποια θέση θα πάρει ανάμεσα στους διαγωνιζόμενους γιατί αυτή στην ουσία είναι η μόνη νικήτρια. Κι ακριβώς τότε, διαβάζοντας αυτό το κείμενο συνειδητοποίησα τι μου συμβαίνει.
Λέγεται παραίτηση. Λέγεται ηττοπάθεια. Κατάφεραν να με κάνουν να πιστέψω ότι είμαι αυτό που θέλουν, που τους βολεύει να βλέπουν. Και σε κάποιο μεγάλο βαθμό τους βοήθησα κι όλας να με βλέπουν όπως τους βολεύει. Παραιτήθηκα από το γράψιμο, από τα όνειρα, από τη θέληση για δημιουργία από τη θέληση για καλύτερη ζωή, ακόμα κι από την απαίτησή μου να με εκτιμούν και να με σέβονται σύμφωνα με την αξία μου ή και γι' αυτό ακόμα το γεγονός ότι είμαι άνθρωπος και σαν τέτοιος αξίζω εκτίμησης και σεβασμού.
Παραιτήθηκα από όλα. Απλά και μόνο για το γεγονός ότι δεν μπόρεσα να αντέξω την απόρριψη, από ανθρώπους αγαπημένους μου, συγγενείς και φίλους, που σαν κεραυνό εν αιθρία μου έσκασαν στο κεφάλι. Ήταν μια βαθιά και μακριά πτώση. Αναρωτιόμουν αν έχει πιο κάτω για να πάω, να βουλιάξω, να χαθώ. Και πιστέψτε με, όσο πιο κάτω πας τόσο πιο μεγάλο βάθος βρίσκεις. Και δεν είναι ένα βάθος σοφίας. Είναι ένα βάθος πόνου, πίκρας, παράπονου, αυτοοικτιρμού ακόμα κι αν είσαι τόσο ηλίθια έξυπνος όσο εγώ ώστε να τον κρύβεις κι από σένα, είναι ένα βάθος που οδηγεί στην εκμηδένιση.Κι αυτή τη στιγμή που σας γράφω πονάω και είμαι δακρυσμένη και η συναίσθηση ακόμα πως κι αυτό μόνη μου πρέπει να το φάω, με κάνει να πονάω διπλά. Αλλά δεν πονάω μέσα από το βάθος αυτό. Πονάω απέξω, κοιτάζοντας μέσα εκεί και γι' αυτό είμαι σε θέση σήμερα να μιλήσω γι' αυτό. Πονάω και γιατί αν ήμουν λίγο νεότερη, τρία χρόνια μόλις, θα ήμουν σε θέση να γελάσω μέσα στα μούτρα του αυτουνού που θα τολμούσε να μου πει, "Από δω και πέρα θα δουλεύεις επτά μέρες τη βδομάδα χωρίς ρεπό διότι δεν είμαστε σε θέση να πληρώσουμε και άλλη γυναίκα για να κάθεσαι εσύ".
Πονάω γιατί έχω πάλι τη μάνα μου στο νοσοκομείο της Σύρου κι εγώ είμαι στην Αθήνα, και δεν μπορώ να πηδήξω σ' ένα καράβι και να πάω κοντά της. Δεν προλαβαίνω να είμαι πίσω για το μεροκάματο της επομένης. Πονάω γιατί ένα πούστικο μεροκάματο έφτασε να έχει πιο μεγάλη αξία από την ίδια τη μάνα σου. Όχι για μένα αξία, αλλά γι' αυτούς που η μάνα σου δεν είναι μάνα τους, και δεν χέστηκε η φοράδα στο αλώνι αν αυτή πεθάνει χωρίς εσένα δίπλα της. Κι αν τύχει και πέσει στην αντίληψή τους αυτό το κείμενο, πάρα πολύ εύκολα και πάρα πολύ θιγμένα θα μου πουν. "-Ποιος σε εμπόδισε να πας να δεις τη μάνα σου; ζήτησες να πας και σου είπαμε όχι;" Και την ίδια στιγμή σου έχουν κόψει την καλημέρα και σε κρατάνε σε απόσταση για να μην τολμήσεις να ζητήσεις. Πονάω για όλα αυτά. Τώρα που σας γράφω αυτές τις γραμμές η μάνα μου μεταφέρεται από το κέντρο υγείας  της Πάρου, στο νοσοκομείο της Σύρου. Πριν από ένα μήνα έγινε ακριβώς το ίδιο. Κατάφερα να πάω στη Σύρο τη μέρα που βγήκε, ίσα για να την πάω με το πλοίο πίσω στην Πάρο. Και γύρισα την επομένη στη δουλειά. Είχε μείνει μέσα δυο εβδομάδες. Τόσα μπόρεσαν και οι γιατροί να της κάνουν μετά έπρεπε να πάρει εξιτήριο. Και τώρα πηγαίνει πίσω με κολπική μαρμαρυγή. Δεν μπορώ, είμαι κουρασμένη να σας εξηγώ τι θα πει αυτό. Ψάξτε στο ίντερνετ, διαβάστε.
Η μέλλουσα μητέρα, είπε στον εαυτό της "δεν μπορώ" και μετά "μπορώ". Δεν ξέρω αν στην περίπτωση με τη μάνα μου με παίρνει να πω το ίδιο. Υπάρχει κι ένα παιδί πίσω. Είναι όμως σίγουρο πως στα περισσότερα μπορώ. Το είδα καθαρά σήμερα. Το είδα όχι γιατί το διάβασα στο κείμενο ενός μπλογκ, αλλά γιατί όσο κι αν είναι το βάθος, κάποτε πρέπει να πάρει απόφαση κανείς. Είναι βαρετό να παρακολουθείς μια πτώση που δεν τελειώνει. Είναι βαρετό να κόβεις βόλτες γύρω από τον εαυτό σου επειδή φοβάσαι ν' αγγίξεις. Είναι βαρετό να μη γράφεις, επειδή αν γράψεις, θα πεις αυτά που μόνο αν αγγίξεις θα καταφέρεις να βγάλεις. Και υπάρχουν εδώ επτά ολόκληροι άνθρωποι που κρίνουν, ότι κάτι θα βρουν εδώ μέσα. Επτά ολόκληροι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται ότι δεν μιλώ από το βάρθρο της γνώσης μου, ούτε από καλάμι του ταλέντου μου, αλλά από τον πόνο της ψυχής μου.
Ευχαριστώ όλους που είστε εδώ. Νομίζω πως είστε κι ότι πιο κοντινό μου υπάρχει αυτή τη στιγμή. Ευχαριστώ τη μέλλουσα μητέρα για την παρουσία της και το κειμενό της. Είμαι σίγουρη πως θα έχει ένα υπέροχο μελλοντικό διάλογο με τον άγγελο που περιμένει.
Αυτοί στους οποίους ακουμπούσα τη σκέψη μου και έπαιρνα τη δύναμή μου στο παρελθόν, οι φίλοι, οι συγγενείς, δεν υπάρχουν πια στη ζωή μου. Κάποιοι μάλιστα δηλητηρίασαν και τις μνήμες μου. Είχα μια πολύ καλή δικαιολογία για παραίτηση λοιπόν. Οκτώ μήνες πέρασαν. So far. 






4 σχόλια:

  1. Kάπου ξέχασα να κλείσω τα εισαγωγικά. Ας μείνει κι έτσι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γιατί βρε πασχαλίτσα; Επειδή ψυχοθεραπεύομαι στο blog? Άλλα θα μ' έκαναν φοβερή αλλά δεν έχω καθαρό μυαλό ακόμα. Να δω πότε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γιατί αντιστέκεσαι, γιατί σκέφτεσαι, γιατι είσαι ζωντανή, γιατί λες τα πράματα έξω απ' τα δόντια και χωρίς να προσπαθήσεις να τα ωραιοποιήσεις.
    Όσο γι αυτά που λες εσύ, είναι θέμα χρόνου, οπότε δεν ανησυχώ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή