27/8/2010
Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος. Προορισμός Βουδαπέστη, πτήση τρέχα γύρευε, τα ξέρει η Άλκη. Εγώ σαν παιδάκι ακολουθώ. Δεν διαβάζω, δεν προσέχω τριγύρω, δεν ακούω τι μου λέει. Το μυαλό μου έχει κολλήσει στο τέρας μέσα στο οποίο εντός ολίγου πρόκειται να επιβιβαστώ. Το στομάχι μου έχει κολλήσει στην πλάτη μου. Φέρνω στο νού μου όλους τους τρελούς πιλότους που έχω δει στις ταινίες. Όλους τους παθιασμένους με τα αεροπλάνα. Αυτοί δηλαδή πως την έβγαλαν καθαρή με τα τόσα παράτολμα; Και μάλιστα σε εποχές που τα αεροπλάνα δεν είχαν προδιαγραφές υψηλής ασφάλειας; Ποιος μου το λέει αυτό; Οι εταιρείες. Και τι περίμενες να σου πουν οι εταιρείες; Μην μπαίνεις μέσα θα γκεμοτσακιστείς; Σκάσε Ελένη, σκάσε. Μόλις περάσει αυτό, μόλις πατήσεις τα πόδια σου στη γη, θα έρθει ένας καλός κύριος που μιλάει τη γλώσσα σου και θα σε καλωσορίσει μαζί με όλο το γκρουπ. Έχουμε και τέτοιο. Τι νόμιζες, μόνες σας θα το φάτε το λούκι; Και που είναι το γκρουπ; Γιατί δεν το βλέπω πουθενά; Που είναι το γκρουπ Άλκη;
«-Πρέπει να είναι, κάποιοι από αυτούς τουλάχιστον, ετούτη εδώ η παρέα που είναι δίπλα μας.
-Οκ, αλλά αυτός εκεί γιατί φωνάζει; Τι λέει για το γκρούπι της εκδρομής να έλθει από δω; Για ποια εκδρομή μιλάει;
-Θέλει να πάει στο αεροπλάνο. Του είπαν ότι ανοίγεις μια πόρτα και πας στο αεροπλάνο. Προσπαθεί λοιπόν να ανοίξει την κλειδωμένη πόρτα. Και μας καλεί να τον ακολουθήσουμε. Γιούργια.
-Μπράβο βιασύνη…εγώ πάλι καθόλου δεν βιάζομαι. Μήπως να το ξανασκεπτόμουν, να γυρίσω πίσω;
-Δε μου λες κυρά μου; Μόνο εσύ έχεις παιδί που θέλεις να ξαναδείς; Εμείς δεν έχουμε; Όλος αυτός ο κόσμος που θα φύγει μαζί μας θέλει να σκοτωθεί;
Με πιάνει το ψευτοφιλότιμο. « Έχεις δίκιο. Θα γίνω γενναία». Αμέσως μόλις το λέω, τρέχω στην τουαλέτα. Κάθομαι εκεί πέντε, δέκα, δεκαπέντε λεπτά, η Άλκη αρχίζει και ανησυχεί. Φωνάζει απέξω. Βγαίνω. Το στομάχι μου κόμπος. Θέλω να ξαναπάω. Δεν είμαι καλά. «Δεν υπάρχει χρόνος, φεύγουμε» λέει. Τόσο γρήγορα; Τρεις ώρες ήμασταν στο αεροδρόμιο και δεν ήταν αρκετές να συνηθίσω στην ιδέα. Ο τύπος που προσπαθούσε να ανοίξει την κλειδωμένη πόρτα, πηγαίνει πρώτος.
«-Αυτός θα είναι ο αρχηγός στο γκρούπι;
-Προσπαθεί.
-Αυτή η μπουμπού δίπλα του είναι η γυναίκα του;
-Έτσι φαίνεται. Άλλωστε ποια θα μπορούσε να είναι η γυναίκα του;
-Αυτό να μου πεις. Γιατί της μιλάει σε γλώσσα ουγκ;
-Έτσι είναι η συνεννόηση ανάμεσα σε ανθρώπους που ζουν χρόνια μαζί. Οικογενειακοί κώδικες. Ανέβα φτάσαμε.
-Δεν θέλω.
-Σκάσε κι ανέβα».
Δεν με έπεισε αλλά ανεβαίνω, από ντροπή. Κάθομαι στη θέση μου από ντροπή. Κάνω ότι μου λένε οι αεροσυνοδοί από ντροπή. Και δεν ουρλιάζω από ντροπή. Παίρνω πολύ βαθιές ανάσες. Το αεροπλάνο ανεβαίνει. Η διπλανή μου στο παράθυρο έχει κολλήσει τη μούρη της πάνω του. Δεν βλέπουμε τίποτα, ευτυχώς. Η Άλκη ενοχλείται. Θέλει να βλέπει έξω. Έξω, από εκεί που βρίσκεται δεν μπορεί να δει. Είμαστε πάνω στο φτερό. «-Είναι καλό που είμαστε πάνω στο φτερό; -Όχι. Το καλύτερο είναι να είσαι μπροστά. -Γιατί οι μπροστινοί θα τη γλυτώσουν άμα φάμε φούντο;
-Όχι, αλλά νιώθουν λιγότερο τα κενά αέρος.
-Θα έχουμε κενά αέρος;
-Πάντα υπάρχουν αυτά. Δεν γίνεται ταξίδι χωρίς κενά αέρος. Άλλοτε είναι μεγάλα, αν το αεροπλάνο πέσει σε καταιγίδα σκέτος εφιάλτης. Άλλοτε, είναι απλώς ένα μικρό ταρακούνημα.
-Θαυμάσια παρηγοριά. Μη συνεχίζεις.
-Πρέπει να είσαι προετοιμασμένη. Θα πέσουμε σε κενά αέρος.
-Να μην πέσουμε. Υποχρεωτικό είναι;
-Καλά αφού το λες εσύ, δεν θα πέσουμε».
Η Δύναμη της θέλησης. Έκανε βέβαια κάτι μικρούς τριγμούς το πλάνο του αέρα, αλλά βουτιά δεν πήρε.
-Είσαι και κολόφαρδη και γκρινιάζεις.
-Δεν έχω βγάλει άχνα.
-Το ξέρω, γι’ αυτό σου μιλώ. Δεν θα ταράξεις την ισορροπία του αεροπλάνου αν μιλήσεις.
-Σκασίλα μου, θα ταράξω τη δική μου. Δεν μπορώ να μιλάω και να παίρνω ανάσες την ίδια στιγμή. Αμάν ούτε στον τοκετό δεν τρόμαξα τόσο.
-εντάξει τότε, το βουλώνω.
-Όχι μίλα μου εσύ.
-Προσγειωνόμαστε. Το πήρες είδηση;
-Όχι αλλά αυτό είναι η καλύτερη είδηση.
-Στις απογειώσεις και στις προσγειώσεις γίνονται τα ατυχήματα να ξέρεις.
-Σκάσε Άλκη. Μη μιλάς.
-Καλά σκάω. Δέσε τη ζώνη σου.
-Δεμένη είναι».
Η Περιπέτεια τελειώνει. Αρχίζει η απόλαυση. Ένα τσιγάρο ρε παιδιά, πάτησα γη. Αμ δε πάλι. Στον κυλιόμενο αχθοφόρο για τις βαλίτσες και αμέσως μετά σκάει μύτη ο καλός εκείνος κύριος, επίσημος αρχηγός της αποστολής- διασκέδαση μέσω περιήγησης. Έλληνας. Ακολουθείστε με λέει, καλωσορίσατε. Ακολουθούμε. Πρώτο πρώτο το ζευγάρι με τη διάλεκτο ουγκ. Ακολουθεί το ζευγάρι του αμίλητου νερού. Ύστερα μια γυναίκα με τον foul of pleasure κανακάρη της και μια άλλη που μοιάζει στην πρώτη δίπλα τους, τρίο αυτοί. Ένας μουρτζούφλης ψηλός με μια ενσαρκωμένη ενοχή δίπλα του, κοντή. Μια συμπαθητική κοπέλα με τον ερωτευμένο άντρα της και μια περίεργη κοπέλα με τον άντρα της Ένα δεύτερο τρίο δυο γυναίκες κι ένας άντρας μεγαλύτερης ηλικίας, και τελευταίες απ’ όλους, οι αφεντιές μας. Άντε δέσε μια τέτοια μαρμελάδα. Από εδώ οι ηλικίες, από κει η γλώσσα, οι νοοτροπίες, οι αντιλήψεις, το λάιβ στάιλ. Όλα ένας αχταρμάς. Κοινός παρονομαστής, η εθνικότητα. Ή κάπως έτσι.
Η Άλκη με το πρόβλημα στα γόνατα είναι βαριά και δυσκίνητη. Δεν μπορεί να τρέξει, δεν μπορεί να πάει γρήγορα. Εγώ με το πρόβλημα στα δόντια είμαι βαριά κι ασήκωτη. Δεν μπορώ να μιλήσω δεν μπορώ να γελάσω. Φέτος δεν τα κατάφερα, αλλά με τα λεφτά της άδειας του χρόνου θα πάω να φτιάξω τα δόντια μου, σκέπτομαι και παρηγοριέμαι. Προς το παρόν χρειάζομαι ένα τσιγάρο. Μέσα στο πούλμαν απαγορεύεται το κάπνισμα. Ο συνοδός μας συστήνεται. Μας λέει ότι από δω και πέρα θα είμαστε τις περισσότερες ώρες μαζί. Η ξενάγηση αρχίζει από τη Βουδαπέστη και θα συνεχιστεί στην Πράγα, στη Δρέστη και στη Βιέννη. Λέει ώρες και μέρες το μυαλό μου είναι στο τσιγάρο. Είναι ξημέρωμα και φαίνονται πια τα μέρη που περνάμε και τα κτίρια. Ο ξεναγός μας εξηγεί ότι θα τα δούμε όλα από κοντά και θα μας μιλήσει περισσότερο γι’ αυτά, προς το παρόν απαντάει βιαστικά στις ερωτήσεις, τι είναι αυτό και τι είναι εκείνο. Μιλάει καλά τα ελληνικά. Εννοώ δεν τα μιλάει απλώς σαν Έλληνας αλλά σαν Έλληνας που κατέχει τη γλώσσα του. Το εκτιμώ ιδιαίτερα. Φτάνουμε στο ξενοδοχείο εντός της πόλης. Παίρνουμε τα κλειδιά μας, μπαίνουμε στα δωματιά μας, ανάβω τσιγάρο. Απαγορεύεται το τσιγάρο στα δωμάτια. Χέστηκα. Η Άλκη δεν καπνίζει αλλά πηγαίνω κι ανοίγω το παράθυρο και κάθομαι μπροστά. Δεν βγάζει άχνα. Ανοίγουμε βαλίτσες, βγάζουμε σαμπουάν και σφουγγάρια, όποιος θυμήθηκε τέλος πάντων να πάρει σφουγγάρι, εγώ το ξέχασα. Αργότερα θα ανακαλύψω πως έχω ξεχάσει κι άλλα σημαντικά πράγματα. Παπούτσια, αδιάβροχο, ομπρέλα, και τέταρτο ζευγάρι κάλτσες. Ξαναβγαίνουμε σε μια ώρα για την πρώτη ξενάγηση στην πόλη. Συναντάμε πάλι τους ίδιους ανθρώπους που μαζί τους δεν έχουμε ανταλλάξει ακόμα μια καλημέρα. Πιάνουμε στο πούλμαν τις ίδιες θέσεις που είχαμε κατά την παραλαβή μας από το αεροδρόμιο. Γιατί; Έτσι επειδή έχουμε την τάση να αναζητούμε την ασφάλεια στην επανάληψη. Ο ξεναγός-συνοδός μας Ηλίας, μας βοηθάει να ξεμπλοκάρουμε. Δικαίωμα στις πρώτες ή τις τελευταίες ή τις μεσαίες θέσεις, έχουν όλοι. 22 άτομα όλα κι όλα, το μισό πούλμαν είναι άδειο. Ελάχιστοι μασάνε, οι υπόλοιποι καταλαμβάνουν τις θέσεις που θεωρούν δικές τους. Η Αλκη με έχει στριμώξει από τη μέσα μεριά και δεν μου αρέσει καθόλου το στρίμωγμα, αλλά δεν θέλω να την αφήσω μόνη της. Παραμένω στριμωγμένη. Στη διαδρομή προς την πλατεία ηρώων βλέπουμε αναγεννησιακά η γοτθικά κτίρια που μπορεί και να μην είναι γοτθικά. Κοιταζοντάς τα, αυτό μου έρχεται στο νου. Έπρεπε να διαβάσω περισσότερα για την αρχιτεκτονική των κτιρίων, σκέπτομαι μέσα μου αλλά δεν υπήρξε χρόνος για τίποτα. Πιο πολλά από αυτά θα δούμε αργότερα τόσο στην ίδια όσο και στις άλλες πόλεις ή πρωτεύουσες. Τώρα στην πλατεία ηρώων παίρνω φωτογραφίες από τα αγάλματα, που βρίσκονται ολόγυρα και φτιάχνουν θεματικές συνθέσεις. Κλικ και κλικ με τον ήλιο κόντρα και μια κάμερα που πνέει τα λοίσθια από μπαταρία. Άλλο σημαντικό που ξέχασα, ο φορτιστής. Δεν στενοχωριέμαι καθόλου, τραβάω τη δεύτερη κάμερα από την τσάντα. Στις είκοσι φωτογραφίες η μπαταρίες τα φτύνουν. Πρόλαβα να τραβήξω μερικές από το κάστρο. Είδαμε κάπως εξ’ αποστάσεως το στολίδι αυτό της δυτικής όχθης του Δούναβη (Varhegy) το οποίο από το 1972 περιλαμβάνεται στον κατάλογο των μνημείων της Παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO λέει ο Ηλίας. Το ίδιο και το Royal Palace που καταστράφηκε από τους πολέμους και ξαναχτίστηκε πολλές φορές, γεμάτο σήμερα από γλυπτά, ξύλινα γοτθικά αγάλματα και πίνακες μπαροκ. Δεν πήγαμε μέσα. Αλλά στον Πύργο των Ψαράδων σταματήσαμε και ανεβήκαμε τις σκάλες του και φτάσαμε στους πυργίσκους του όσοι και όσο φτάσαμε. Εφτά πυργίσκοι που αντιπροσωπεύουν τις επτά φυλές των Magyar. Λαός που κατέφθασε στην περιοχή τον ένατο αιώνα. Από το σημείο εκείνο είδαμε τη γέφυρα της Αλυσίδας, την πρώτη γέφυρα που ένωσε τις δυο όχθες του Δούναβη, το νησάκι margitszige με το μοναστήρι που σ’ αυτό φυλάκισε ο πατέρας της την άτυχη Μαργαρίτα. Ταγμένη λέει στο Θεό από αυτόν, να γίνει με το έτσι θέλω καλόγρια, μαράζωσε η κοπέλα και τα τίναξε. Ενώ ο Ηλίας μιλάει για την εκκλησία του Matthias, ένα επιβλητικό μεσαιωνικό κτίριο 700 ετών, που πήρε το όνομά του από τον Ματία τον δίκαιο, ενώ την αίγλη του από τις στέψεις των βασιλιάδων και τους κρυμμένους θησαυρούς των ιπποτών στις κρύπτες του, αισθάνομαι πως κατεπειγόντως πρέπει να πάω στην τουαλέτα. Τουαλέτα εκεί πάνω δεν υπάρχει και η Άλκη, αντικρίζοντας τις 150 σκάλες, ξεσκόνισε ένα παγκάκι στη βάση του Πύργου και στρώθηκε εκεί να μας περιμένει. Κλικ ο ένας κλικ ο άλλος, ο Ηλίας μιλάει, εγώ χοροπηδάω αλλά ταυτοχρόνως παίρνω είδηση και πως δεν μπορώ να φύγω, γιατί ο Ηλίας με κοιτάζει μιλώντας και οι άλλοι έχουν το νου τους στις φωτογραφίες και δεν γίνεται κάποιος να μην προσέχει αυτά που ο οδηγός μας έχει να μας πει, κάνω την υπέρβαση και σφίγγω τα πόδια μου και παρακολουθώ όλο το λογρίδιο μέχρι που μας λέει «τους ζυγούς λύσατε» και ξαμολιούνται όλοι να τραβήξουν φωτογραφίες. Συγκινημένη από την προσπάθεια και από την τύχη της κακομοίρας της Μαργαρίτας, συγκινημένη από την ιστορία του λαού, το μεγαλείο και την πτώση του, συγκινημένη από τις προσπάθειες του λαού να ορθοποδήσει και ακόμα πιο συγκινημένη από το φιλότιμο του ξεναγού μας να μας γνωστοποιήσει όλα αυτά, παίρνω δρόμο και κατηφορίζω προς το παγκάκι της Άλκης. Ακριβώς πάνω σε αυτό το κατηφόρισμα, βλέπω στα αριστερά μου μια συστάδα δέντρων και χώνομαι μέσα μήπως καταφέρω να βρω καμιά ιπποτική κρύπτη για τσίσα και ξαλαφρώσω. Αντί για αυτό, ήρθα φάτσα με φάτσα με έναν τρομαγμένο σκίουρο. Τραβάω τη φωτογραφική μου μηχανή με την ελπίδα πως θα μου δώσει έστω μια φωτογραφία μετά από αρκετή ώρα ανάπαυσης στην τσέπη μου. Ο σκίουρος είναι εκεί μπροστά μου και με περιεργάζεται, εγώ του μιλώ ελληνικά. Δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα και γυρίζει το κεφάλι του στα πλάγια. Πατάω το κουμπί της κάμερας πολύ αργά, μέσα στην εικόνα είναι δυο πόδια αντρικά με μαύρα παπούτσια. Την ίδια στιγμή που κοιτάζω αυτό, ακούω μια φωνή να μου λέει σε ορεινά περίπου ελληνικά. «-Ιδώ είσι κι συ; Τι κάνς; Καπνίζεις; -Όχι προσπαθώ να κατουρήσω αλλά δεν με αφήνετε» πήγα να του πω, αλλά το μάζεψα. Βάζω τη μηχανή πάλι στην τσέπη και πηγαίνω στην Άλκη. Τώρα το πρόβλημα έχει επεκταθεί και στο εγχειρισμένο προ εξαετίας συριγγιό μου. Πονάω φρικτά, η περιοχή έχει πρηστεί και φοβάμαι τα επακόλουθα. «-Μην ανησυχείς, θα συνέλθεις μόλις πάμε πίσω στο ξενοδοχείο. Θα πλυθείς θα αλλάξεις θα ξεκουραστείς και θα ηρεμήσει κι αυτό. Θα βάλεις και την αλοιφή και θα συνέλθεις. Μην έχεις άγχος, το άγχος τα επιδεινώνει αυτά». Άρχισα λοιπόν να τραγουδώ, κουλ Ελένη κουλ. Κι εκεί επάνω στο τραγούδι έρχεται το πούλμαν να μας μαζέψει. Περιμένει το πούλμαν μαζί μας τους άλλους. Κάποιοι καθυστερούν για να βγάλουν ακόμα μερικές φωτογραφίες. Μερικοί έχουν βιντεοκάμερες κι άλλοι ακριβές ψηφιακές. Ευκαιρία να τους κάνουν μια επίδειξη. Η ιστορία ανήκει στο παρελθόν έτσι κι αλλιώς. Στο παρόν ανήκει αυτό που κάνουμε. Αν κάνουμε. Πάψε να είσαι τόσο σνομπ, ξανασκέπτομαι. Φυσικά θα ξέρουν τι τράβηξαν και τι άκουσαν οι άνθρωποι. Άλλωστε κάποιος οφείλει να γνωρίζει την ιστορία της Ευρώπης, πολύ πριν αποφασίσει να την επισκεφτεί και εσύ δεν είσαι ανάμεσα σε αυτούς εξυπνάκια μου.
Οκ οκ, αρκετά. Καμπινές πάραυτα. Δεν υπάρχει πουθενά, μέσα στο πούλμαν παρακαλώ να αντέξω για λίγο ακόμα. Τα καταφέρνω. Καθόλη τη διαδρομή δεν μιλάει κανείς. Είναι όλοι στουπωμένοι πληροφορίες και θαμπωμένοι από τις εικόνες που δεν μπορούν να σκεφτούν κάτι για να ρωτήσουν, ή νυστάζουν; Δεν μπορώ να καταλάβω. Τελικά μια γυναίκα σπάει τη σιωπή.
«-Ξέρετε τι ώρα θα φάμε;». Αθάνατη Ελλάδα. Δεν πήδηξα από το παράθυρο γιατί τα νερά του Δούναβη είναι πολύ βρώμικα όπως πληροφορήθηκα και είδα με τα μάτια μου. Ο καθένας με το προβλημά του άλλωστε και γω με το δικό μου. Αυτή η αντιβίωση που μου σύστησε ο χειρούργος είχε πολύ κακές παρενέργειες. Η πιο μεγάλη αγωνία μου είναι μήπως δεν καταφέρω να συμμετέχω στις περιηγήσεις τις επόμενες δυο μέρες. Στο μυαλό μου καταγράφω τις ερωτήσεις που θέλω να κάνω. Μισές δουλειές, η κοιλιά μου με θερίζει και φοβάμαι μη γίνω και ρεζίλι με τίποτα ανεξέλεγκτα αέρια. Μόνο το φαγητό δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα. Επιτέλους ξεπροβάλει το ξενοδοχείο. Το πούλμαν σταματά, κατεβαίνουμε, τι λένε τι κανονίζουν ποσώς, εγώ τρέχω. Μαζί μου τρέχει και ο πατέρας μου. Είμαι δεν είμαι τριών χρόνων. «-Γρήγορα δεν αντέχω άλλο. –Τώρα τώρα, να εδώ, περίμενε να σου λύσω τις τιράντες.. –Μπαμπά μου φύγανε. Έκανα τσίσα στο παντελόνι μου. –Έλα δεν πειράζει. Θα πάμε πίσω στην ταβέρνα, θα κάτσεις στην καρεκλίτσα σου για δέκα λεπτά μέχρι να πληρώσουμε και θα φύγουμε αμέσως μετά. –Γιατί δεν έχει καμπινέ αυτή η ταβέρνα; -Έχει, αλλά είναι πολύ βρώμικη. Δεν κάνει να πας εσύ εκεί μέσα».
Πάνω από είκοσι πέντε χρόνια περίμενα μέχρι να βρω καθαρή τουαλέτα σε μαγαζί της Ελλάδας. Τελικά τα μισοκατάφερε η καθόλα πολιτισμένη ψωροκώσταινα. Έχει και χαρτάκια πάνω από το καζανάκι. «-Μην πετάτε τα χαρτιά στις λεκάνες, βουλώνουν».
Αν είσαι τυχερός και μπεις πρώτος, θα βρεις καθαρή λεκάνη και πάτωμα. Αλλιώς βουλωμένη λεκάνη και λίμνες κάτω. Ψάχνω για χαρτί προειδοποίησης μέσα στο μπάνιο. Δεν υπάρχει τίποτα. Αναρωτιέμαι αν ο Δούναβης βρώμισε από τις αποχετεύσεις που καταλήγουν μέσα του. Να θυμηθώ να ρωτήσω τον Ηλία που πάνε τα νερά των αποχετεύσεων. Πατάω το καζανάκι βγαίνω από το μπάνιο και ξεραίνομαι στο κρεβάτι. Ακούω τη φωνή της Άλκης σαν μέσα σε όνειρο. «Μην κοιμηθείς, σε λίγο θα πρέπει να ξαναφύγουμε. Φαγητό και βόλτα στο Δούναβη». Κοιμάμαι. Στον ύπνο μου ένας ιππότης με χρυσή πανοπλία σταματάει μπροστά μου. «-Ξέρεις που είναι η Ελένη με τα κόκκινα μαλλιά;» Με ρωτάει με τη στεντόρεια φωνή του.
«-Εγώ, εγώ είμαι αυτή!» του απαντώ ενθουσιασμένη. Με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω με αποστροφή. «-Πάψε να κοροϊδεύεις έναν ταλαιπωρημένο ιππότη, να’ χεις χάρη που βιάζομαι!» απαντά θυμωμένος και, αφού σπιρουνίζει το άλογό του χάνεται στον ορίζοντα. Η Άλκη με σκουντάει να ξυπνήσω, αργήσαμε λέει. Φτιάχνομαι και σινιάρομαι και παρφουμάρομαι. Αν περάσει από δω πάλι ο ιππότης, δεν την ξαναπατάω. «-Τι μουρμουράς εκεί πέρα; -Λέω, πάει η πρώτη μέρα, τη φάγαμε».
Στητή και με το κεφάλι ψηλά, ως απομεινάρι μιας παλιότερης έκδοσης, βγαίνω από την πόρτα και προχωρώ. Κι αν οι ιππότες μας αρνήθηκαν, το παραμύθι είναι δικό μας φιλενάδα. Γράφτο όπως γουστάρεις.
-Αχα χου χα! Ακόμα ιππότες ονειρεύεσαι;
-Υπάρχει κάτι καλύτερο σε αυτή τη ζωή για να ονειρευτεί κανείς;
Υπάρχει λέει. Η καλή υγεία και η άνετη ζωή. Εμένα αυτά μου θυμίζουν κυπαρίσσια, σιωπητήριο, και ατέλειωτους άσπρους σταυρούς. Όταν στα πενήντα σου ονειρεύεσαι την καλή υγεία και σ’ ενδιαφέρει μόνο η άνετη ζωή, χέσε μέσα φιλενάδα.
Στην τραπεζαρία μας υποδέχεται ο Ηλίας. Αυτός τώρα γιατί σηκώθηκε πάνω σαν ελατήριο; Το καθήκον σε συνδυασμό με την εντύπωση ή το καθήκον σκέτο; Θέλεις στ’ αλήθεια να το ψάξεις; Εδώ το παραμύθι είναι ομαδικό. Δεν μπορείς να το χειριστείς μόνη σου. Κάνε μου τη χάρη το λοιπόν και προσπέρασε με το βασιλικό σου παράστημα να πας να κάτσεις στο τραπέζι σου. Έπειτα εκείνος ο ιππότης που δεν σε γνώρισε, θα το πάρει απόφαση. Δεν έχουμε πια ρε φίλε κόκκινα μαλλιά! Βολέψου κι εσύ με τα γκρίζα και με όσα δόντια μας απέμειναν, άι σιχτίρ!
Το φαγητό της πρώτης μέρας δεν είχε ενδιαφέρον. Άργησε και να σερβιριστεί. Και γιατί θα έπρεπε να έχει περισσότερο ενδιαφέρον το φαγητό από τον τύπο που κρέμασε την πετσέτα στο λαιμό του; Ή από τον ψηλό γέρο που ξεχέζει πάλι δια ασήμαντον αφορμή την ενσαρκωμένη ενοχή δίπλα του; Ή από την άλλη που καμαρώνει το θάρρος του foul of pleasur υιού της που διαμαρτύρεται για την καθυστέρηση του φαγητού; Ή από το ίδιο το οργισμένο νιάτο; Ή από την Άλκη που μου απαγορεύει να καλέσω στο τραπέζι μας τον Ηλία; Επειδή λέει δεν επιτρέπεται μια κυρία να καλεί αυτή στο τραπέζι της έναν άντρα; Μπα; Says who? –Says me. Επιμένει η φιλενάδα και δεύτερη κουβέντα δεν σηκώνει. Δεν διασκεδάζω μα την Παναγία. Καθόλου δεν διασκεδάζω με τα κινούμενα μουσεία που με περιβάλλουν. Πες ρε πατέρα γλεντζέ, ερωτιάρη, Ζορμπά, πουτανιάρη, αν εσύ θα διασκέδαζες. Το βουλώνω. Και στο ποταμόπλοιο πάνω, πηγαίνω μπροστά στη μουτσούνα του πλοίου και απολογούμαι στο πνεύμα της πανάρχαιας φύσης, του ποταμού, των ιπποτών και του έρωτα, γι’ αυτή την παθητική μου υποταγή στο πνεύμα του καθωσπρεπισμού και της χαύνωσης.
Πρώτη μέρα τέλος.
Συνεχίζεται.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου