Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Τα μαθήματα της ζωής έρχονται αργά, τότε που ελάχιστα μπορεί να κάνει κανείς  για να αλλάξει την καταστασή του. Και συνήθως δεν έρχονται σε μία δόση, άπαξ, αλλά σε απανωτές κατραπακιές που μέχρι να καταλάβεις απόπου  σε βρίσκει έρχεται η επόμενη και σε ξαπλώνει πάλι κάτω. Αλλά ακόμα και έτσι οι απανωτές κάποτε κοπάζουν και μπορείς κάνοντας τον απολογισμό να δεις σε ποιον βαθμό σε αφοράει το "μηδέν κακό αμιγές καλού", ν' αρπαχτείς από αυτό και να συνεχίσεις.
Τίποτα απ' όσα έχω γράψει εδώ μέσα, από την πρώτη στιγμή που άνοιξα το μπλογκ, δεν αφορά γνώσεις ή γνώμες άλλων, γι' αυτό και η γλώσσα μου είναι σε κάποιους απεχθής, αφού όταν κάθεσαι απέναντι στον καθρέπτη σου και μιλάς στον εαυτό σου δεν προσπαθείς να χρυσώσεις το χάπι σου, και δεν σ' ενδιαφέρει να είσαι κόσμιος και να εκφράζεσαι με λογιοτατισμούς. Ο όρος λαϊκισμός επινοήθηκε από εκείνους που πήραν είδηση την υποκρισία του λόγου των πολιτικών, που παύοντας να πιθηκίζουν την ξύλινη θεωρητικολογία, άρχιζαν να πιθηκίζουν την απλή καθομιλουμένη γλώσσα του λαού.
Αλλά εγώ δεν θυμάμαι να άλλαξα ποτέ μου τη γλώσσα μου. Μπορεί να άρχισα να ψάχνω τις λέξεις από πολύ μικρή γιατί ένιωθα υποχρεωμένη να το κάνω αφού ήθελα να γράφω ποιήματα, μπορεί να συγκρατήθηκα κάπως στα βιβλία μου γιατί ήμουν υποχρεωμένη να το κάνω αφού έπρεπε να είμαι όσο το δυνατόν αμερόληπτη, αλλά δεν άλλαξα τη ρημάδα τη γλώσσα μου ποτέ.
Υπήρξαν κάποιοι που ξυνίστηκαν από τις αναφορές μου στις αντιξοότητες της ζωής μου και ενοχλήθηκαν από τα γεγονότα που περιέγραψα ότι προσπαθώ να αποσπάσω την προσοχή του κόσμου με το μελό και τον αυτοοικτιρμό. Ξέρω πως σε κάποιες φάσεις της ζωής τους οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν γίνει μελοδραματικοί και έχουν πέσει στον αυτοοικτιρμό, και ξέρω πως και το ένα και το άλλο τα έχω αποφύγει σαν το διάολο το λιβάνι, δεν μπορείς όμως να αποφύγεις την αλήθεια σου και να υποκριθείς πως τα πράγματα δεν συνέβησαν. Μπορείς να διακωμωδήσεις αυτά και τον εαυτό σου, να αυτοσαρκαστείς να βρεις τις διεξόδους σου επιλέγοντας τον τρόπο που θα τα αντιμετωπίσεις, αλλά δεν μπορείς να υποκριθείς πως άλλη ήταν η ζωή σου κι όχι αυτή που ήταν. Και δεν χρειάζεται να γράψει κανείς λεπτομέρειες από τη ζωή του για να πάρει είδηση ο όποιος αναγνώστης ότι αυτό το άτομο εδώ πέρα έχει περάσει των παθών του τον τάραχο, ούτε να σε καταλάβει η θλίψη και να αναφέρεσαι στη δυστυχία και την κακοπάθεια σαν να μη μπορείς να υπάρξεις χωρίς αυτά, ούτε υποχρεωτικά τα ποιηματά σου να πέφτουν σε τέτοιες παγίδες, ούτε συ ο ίδιος να μη μπορείς να ξεφύγεις από τη μιζέρια που σε περιστοιχίζει, κάνοντάς την δεύτερο πετσί σου.
Θα ευχόμουν να μπορούσα να πω με λόγια πόσες φορές χρειάστηκε να κάνω μια χοντρή μαλακία επάνω στην απόφαση ενός ρίσκου, για υποθέσεις που έχασα μεν, ευχαριστήθηκα τη μάχη δε. Να μπορούσα να πω με λόγια, πως ή έλλειψη μιας άνετης ζωής, δεν ήταν υποχρεωτικά η κατάρα μου, αφού από ένα σημείο και μετά την επέλεξα, ασχέτως αν θα προτιμούσα να μην έπρεπε να επιλέξω.
Η θλίψη της απόφασης λοιπόν ήταν όλη δική μου, αλλά μετά από λίγο καιρό και η χαρά της διαπίστωσης ότι κράτησα τον εαυτό μου. Όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις μπορείς να είσαι όσο γενναίος το θέλεις. Αυτό είναι το μυστικό της ζωής μου, κι όχι κανένας ψεύτικος τσαμπουκάς που πούλησα στους ανθρώπους από θέση ασφάλειας κι όχι τίποτε άλλο από αυτά που αναζητούν οι άνθρωποι για να δημιουργήσουν τα μοντέλα τους.
Αυτά έπρεπε να τα πω και να τα γράψω για να μείνουν κάπου, επειδή δεν μιλάω για τον εαυτό μου έξω από εδώ σχεδόν ποτέ, δεν έχω το χρόνο για να το κάνω και πατώντας πάνω σε αυτό διαπίστωσα πως δεν έχω ούτε και τη διάθεση στην πραγματικότητα. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν ακούει κανέναν. Όταν γράφεις επιβάλεις στον άλλο να παρακολουθήσει τη σκέψη σου χωρίς να σε διακόψει, να σου αφαιρέσει το λόγο, να σου σταματήσει τον ειρμό, για να σου αντιπαραθέσει τη δική του εμπειρία, άποψη, μνήμη, παράδειγμα, λες και πρόκειται για μάχη στην οποία τον σπουδαιότερο ρόλο παίζει η επικράτηση της ύπαρξης του ενός και η κατάργηση της ύπαρξης του άλλου. Για στιγμές ίσως, που όμως μέσα στη διάρκεια ενός εικοσιτετράωρου τις μαζεύει κανείς σαν τα κομμάτια ενός παζλ που συνθέτουν το όλον του, σε καθημερινή βάση. Σαν να είναι ο κανένας χωρίς αυτές τις μικρές δικτατορικές εξάρσεις, σα να έχει τόση πιο πολύ σημασία να πεις από το να κάνεις, να δείξεις από το να είσαι. Χέστηκα. Ας είμαι και αόρατη. Το ίδιο θα συνεχίσω να τρέχω για το ψωμί μου, να χαίρομαι και να λυπάμαι, να αγωνιώ και να κάνω σχέδια και όνειρα.
Και αφού στην Ελλάδα το να ονειρεύεται κανείς είναι ισότιμο με το να αεροβατεί, κι αφού τα όνειρα πήραν τη θέση τους στον τοίχο της Καισαριανής, θα πάω να τα κάνω αλλού τα όνειρά μου. Με την ελπίδα πως θα μπορέσω κάποτε να γυρίσω πίσω σε μια πιο ανθρώπινη και φιλική χώρα όπου ο ένας νοιάζεται για τον άλλο, κι όχι μόνο να βλέπονται και μιλούν για να επιβάλουν την ύπαρξή τους καταργώντας την ύπαρξη του άλλου. Γιατί αδελφέ μου δεν μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα ήσυχα κι απλά.
Σε επόμενο ποστ θα συνεχίσω με το αφιέρωμα στο μικρό σπιτάκι της Λυδίας. Θυμήθηκα τώρα πως σύντομα όχι μόνο το σπίτι, αλλά ούτε και η Λυδίας σαν δρόμος δεν θα υπάρχει. Ο Δήμος της Καισαριανής αποφάσισε να τον μετονομάσει σε οδό Άρη Βελουχιώτη. Κι όχι μόνο δεν έχω πρόβλημα με τον συχωρεμένο, αλλά ανέκαθεν διάβαζα γι' αυτόν και τον θαύμαζα. Θαύμαζα όμως και τους ανθρώπους που βρήκαν τη δύναμη να έρθουν από την άλλη Λυδίας της Μικράς Ασίας, να στήσουν τα κονάκια τους εδώ και να ξαναστήσουν τη ζωή τους επάνω στις μνήμες τους. Όλοι οι δρόμοι της Καισαριανής έχουν ονόματα που έφεραν οι πρόσφυγες από κει, απέκτησαν ταυτότητα, είδαν παιδιά να μεγαλώνουν και να παίζουν στα σημεία τους, ανθρώπους να λένε τα βασανά τους στα κατώφλια τους, γυναίκες να περιμένουν τους άντρες τους σ' αυτά, γιαγιάδες να χορεύουν τα εγγονάκια τους. Και από την άλλη, ενώ τόσα χρόνια το ΚΚΕ δεν έχει αναγνωρίσει την προσωπικότητα και τον αγώνα του Βελουχιώτη, ενώ μέχρι και πέρσι σε μια γιορταστική ατμόσφαιρα απεκατέστησε το κόμμα το Ζαχαριάδη αλλά όχι το Βελουχιώτη, ενώ ακόμα και μετά το θανατό του τόσο πολύ κυνήγι του κάνουν, έρχονται τώρα που χάσανε το δήμο στην Καισαριανή, να υπεραμυνθούν του ονόματος με αυτό τον τρόπο, σώνει και καλά να καταργήσουν τη Λυδίας και να βάλουν αυτό. Και γιατί τόσα χρόνια δεν το κάνανε; λέω εγώ. Τους έπιασε τώρα η πρεμούρα για τον ήρωα; Αν θέλουμε να μιλήσουμε για λαϊκισμό να ένα ωραίο παράδειγμα να σας δώσω. Ξαφνικά είδα όλοι χρήμα στην ιστορία. Να συνδεθεί η Λυδίας με το το σκοπευτήριο και κατ' όνομα, αφου έτσι κι αλλιώς καταλήγει στο σκοπευτήριο η Λυδίας, και στην άλλη της αρχή, εκεί που μένω εγώ κοντά, είναι ο βράχος απ' όπου ο Βελουχιώτης μίλησε στους καισαριανιώτες, όπου και δημιούργησε την πρώτη του αντάρτικη ομάδα με αυτούς.
Τώρα τη θυμηθήκανε λοιπόν και την ιστορία. Να αφήσουν αυτοί όνομα με την ιστορία των άλλων. Αυτών που τόσα χρόνια κυνηγούσανε.
Αν δεν υπάρχει το σπίτι αυτό μετά από μερικά χρόνια, ούτε και ο δρόμος που ήξερα, τι θα μου λέει πως έζησα σε αυτό για δεκαεπτά χρόνια, πως υπήρξα;
θα συνεχίσω.

1 σχόλιο: