Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

Ξημερώνει Κυριακή

Άκρα του τάφου σιωπή έπεσε στη Λυδίας από τότε που οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν για να μην αλλάξει το όνομα. Η απόφαση είπαν οι του δημοτικού συμβουλίου, έχει παρθεί ομόφωνα και ως εκ τούτου δεν γίνεται να ανακληθεί. Ωστόσο κάποιες παρατάξεις επανεξέτασαν το θέμα και δήλωσαν κατόπιν, αντίθετοι με την αλλαγή του ονόματος. Αυτό σε συνδυασμό με το παράνομο του όλου εγχειρήματος αφού οι κάτοικοι δεν ρωτήθηκαν αν την ήθελαν μια τέτοια αλλαγή για το δρόμο τους, πάγωσε την κατάσταση και έμεινε για την ώρα το θέμα άλυτο. Τουλάχιστον θα θυμάμαι όταν φύγω πως αφήνω τον ίδιο δρόμο που βρήκα όταν ήρθα να μείνω στην Καισαριανή. Τουλάχιστον κατ' όνομα, αφού όλα τα άλλα έχουν αλλάξει δραματικά. Πολυκατοικίες στη θέση των προσφυγικών, με όλα τα συνεπακόλουθα της εμφάνισής τους. Φανταστείτε τώρα με την απεργία των καθαριστών τι πράγμα μαζεύεται ανά 20 μέτρα. Παντού βρωμάει ψόφιο. Οι μύγες πετάνε παντού λες και είναι Αύγουστος σε χασάπικο. Οι καθαριστές μαζεύονται στο καφενείο που είναι μεσοτοιχία με την αυλή του σπιτιού. Όταν κάθεσαι έξω, ακούς όλα τα παραπονά τους, τις διαφωνίες τους και τους λόγους της απεργίας τους. Δηλαδή και έξω να μην κάθεσαι, δύσκολο είναι να ξέρεις τους λόγους; Αυτή η χώρα σήκωσε τα πόδια της στα ξένα αφεντικά. Δεν μας έφταναν τα δικά μας τα λαμόγια. Τίποτε, πουθενά δεν λειτουργεί πια. Την πρώτη του μήνα βγήκα και εγώ στην ανεργία. Δεν έχει λεφτά ο κόσμος για σεμινάρια. Μόλις δυόμισι χρόνια πριν από τη σύνταξη, μου είναι ανυπόφορη η σκέψη πως θ' αρχίσω να τρώω πόρτες μέσα στη μούρη. Ακόμα χειρότερα πως ίσως αναγκαστώ να ψάχνω κι εγώ στα σκουπίδια για φαγητό. Πως θα μου χτυπάει την πόρτα ο ένας κι ο άλλος για λεφτά. Πως θα μου κόψουν το ηλεκτρικό, το νερό, το τηλέφωνο. Πως θα δω τον εαυτό μου στην έσχατη ταπείνωση να πηγαίνει να παρακαλάει για ένα μεροκάματο. Πως δεν θα μπορώ να αγοράσω τα φάρμακά μου, της πίεσης και της ταχυκαρδίας. Πως δεν θα μπορώ να καλύψω τις ανάγκες του παιδιού μου. Όλα αυτά δεν είχαν έλθει τόσο κοντά μου όταν αποφασίσαμε οικογενειακώς να την κοπανίσουμε. Και μπορεί να έχω τύψεις αφού η χώρα μου εγκαταλείπεται κι από μένα, αλλά είναι η χώρα μου; είναι η χώρα που βλέπει σαν παιδί της και με αναγνωρίζει; Μετά από μια ζωή δουλειάς, να μη μπορώ να προμηθευτώ τα βασικά; Ακόμα; Βαρέθηκα ρε. Στο κάτω της γραφής εγώ ήμουν εδώ και το πάλευα όταν η πλειοψηφία ζούσε ζωή χαρισάμενη. Όσο υπήρχε το μεροκάματο δεν το έβαλα κάτω. Δεν θέλει και πολλά ο άνθρωπος για να είναι καλά. Τη δυνατότητα να ζεις αξιοπρεπώς μόνο, αν έχεις τα μυαλά στο κεφάλι σου. Κι αυτή τη δυνατότητα τώρα την αφαίρεσαι κι από μένα. Ήρθαν κάτω, οι πιο πάνω, που άρχισαν να ζηλεύουν τη θέση μου επειδή είχα ακόμα τη δουλειά μου. Ορίστε ρε μαλάκες, την έχασα κι εγώ, ησυχάστε. Κι επειδή αυτός ο λαός δεν μαθαίνει από τα παθηματά του, κι επειδή αυτό που μας καίει είναι τι έχει ο άλλος κι όχι τι δεν έχουμε μεις, κι επειδή αντί να γίνουμε μια γροθιά να πάμε να τα κάνουμε γυαλιά καρφιά όλα να πετάξουμε όλα τα καθίκια από το σβέρκο μας καθόμαστε ακόμα και τρωγόμαστε μεταξύ μας, η απόφαση είναι αμετάκλητη.
Το σπίτι αυτό που αγοράσαμε το 94 όταν ακόμα ήμασταν αρραβωνιασμένοι με τον άντρα μου, ήταν εγκατελειμμένο. Για να μπούμε μέσα, έπρεπε να φτιάξουμε στα πιο βασικά. Να μη μπάζει νερά στη βροχή, πράγμα που δεν καταφέραμε τελείως αλλά οκ, να μη μαδάνε οι τοίχοι, να μην υπάρχει το ελενιτ για στέγη κατευθείαν, να ανοίξει ένα παράθυρο στο Νταχάου που προοριζόταν για δωμάτιο του παιδιού. Το παιδί μας ήταν πέντε μηνών όταν τελικά εγκατασταθήκαμε σ' αυτό. Εδώ μεγάλωσε. Εδώ μπουσούλησε, κι έκανε όλα της τα γενέθλια, μέχρι και φέτος πρώτα ο Θεός. Όταν ήταν μωρό, ήταν ένα πολύ ευτυχισμένο μωρό μέσα σε αυτό το σπίτι. Είχε στήσει κι ένα αντίσκηνο στο δωματιό της και κρυβόταν μέσα του. Στο δημοτικό άρχισε να ζηλεύει τα σπίτια των άλλων παιδιών, κι όταν τελικά της κόλλησαν ότι δεν είναι ένα κανονικό σπίτι το σπίτι μας, άρχισε να ντρέπεται γι' αυτό. Επί τρία τέσσερα χρόνια, μου είχε πρήξει το συκώτι. -Που με φέρατε να ζήσω, ρεζίλι των σκυλιών γίνομαι, τα παιδιά δεν με κάνουν παρέα γιατί λένε πως μένω σε ένα σπίτι για τους γύφτους, να φύγουμε, να πάμε αλλού, κλπ. Δώστου και έκανα αλλαγές εγώ μέσα του και κυρίως στο δωμάτιό της. Και να τα ροζ, να τα λουλουδάκια, να οι τοιχογραφίες οι δικές της, βιβλιοθήκη καινούργια, ντουλάπα, χαλιά, κρεβατάκι με σιδερένια κάγκελα, να νιώθει στο χώρο της άνετα. Κάτι πηγαίναμε να στρώσουμε, κάπως ξεχνιόταν η κατάσταση, άρπαζε ένα σχόλιο κι άρχιζαν όλα από την αρχή. Είχα χάσει την ελπίδα πως κάποτε θα το αποδεχτεί και θα το αγαπήσει, πως θα καταλάβει πως τούτο εδώ  είναι το σπίτι της αγάπης και ας πάει ο καθένας να μείνει στα σαλόνια του, χεστήκαμε. Μέχρι που ήρθε ένας κατασκευαστής να το ζητήσει για αντιπαροχή. Σκεπτόμενη το πρόβλημά της το ψυχολογικό τον έβαλα στο σπίτι και άρχισα να συζητώ μαζί του. Όχι χωρίς μελαγχολία, όχι χωρίς τη στενοχώρια πως θα χάναμε την ησυχία μας και την ανεξαρτησία μας και θα είχαμε κάποιον ξινό να μας χτυπά την πόρτα κάθε μήνα πότε για τα κοινόχρηστα, πότε για το ένα και το άλλο. Άσε η φασαρία, άσε το συναπάντημα. Και πριν προλάβω να βγάλω λέξη εγώ, πήρε τα ηνία η Βάσια που είχε γίνει δεκατεσσάρων χρονών και αποφάσισε πως το θέμα την αφορά άμεσα.
"-Δεν το δίνουμε το σπίτι μας κύριος. Να φύγετε, να πάτε αλλού". Έπεσα από τα σύννεφα όπως καταλαβαίνετε. Ρε πως; εσύ δεν έλεγες ότι ντρέπεσαι για το σπίτι μας, να φέρεις τους φίλους σου εδώ, να δείξεις που μένεις κλπ;
 -Α εκεί είσαι ακόμα εσύ; Μου λέει. Δεν ξέρεις ότι πολλά παιδιά από τότε μου έχουν πει πως είμαι τυχερή που μένω εδώ. Που είμαι ελεύθερη να κάνω ότι θέλω στο δωμάτιό μου. Που έχω αυλή και τετράγωνο για να βγαίνω να παίζω. Που μπορώ να κάνω όση φασαρία θέλω. Που αυτό και που εκείνο.
Αλλά μαμά, δεν είναι αυτό. Το αγαπάω το σπίτι μας, εδώ μεγάλωσα, δεν θέλω να μας το γκρεμίσουν. Να μη το δώσεις ποτέ μαμά.
Και έτσι δεν το δώσαμε το σπίτι για αντιπαροχή. Τώρα που έχουμε αποφασίσει να φύγουμε, μπήκε πάλι το θέμα να το πουλήσουμε, αφού αν, όποτε γυρίσουμε θα το βρούμε ρημαγμένο έτσι κι αλλιώς. Αντέδρασε άγρια η δεκαεπτάρα πια θυγατέρα. "-Μωρέ ποιον ρωτάτε και παίρνετε τέτοιες αποφάσεις; Δεν πουλάμε λέμε!" Χρειάστηκαν πόλλές συζητήσεις για να την πείσουμε πως έτσι κι αλλιώς ότι κίνηση, ότι ενέργεια κάνουμε, είναι γιατί σκεπτόμαστε εκείνην πρώτα απ' όλα. Την ψιλοψήσαμε. Όχι τελείως. Όταν διαπίστωσα ότι το σπίτι τέτοιες εποχές πολύ δύσκολα θα πουληθεί, όχι γιατί είναι παλιό αφού αξίζει το οικόπεδο όσο γιατί κανείς δεν αγοράζει, αυτή αντί να στενοχωρηθεί που θα στριμώξουμε τα σχεδιά μας στο ελάχιστο, χάρηκε. "-Καλύτερα. Κάθε εμπόδιο για καλό χο χο!"
Κάθομαι ακόμα στην αυλή και πίνω τον καφέ μου, μέχρι χθες το βράδυ με τον πατέρα της, και σκέπτομαι και λέμε, πως δεν καταφέραμε να το φτιάξουμε ποτέ όπως θέλαμε. Δεν βάλαμε ποτέ σωστές ντουλάπες. Δεν κλείσαμε ποτέ το άνοιγμα κάτω από το νεροχύτη, ακόμα με κουρτινάκια το έχω. Δεν βάλαμε ποτέ πατζούρια, ή σιδεριές στα παράθυρα που θέλαμε, δεν φτιάξαμε ποτέ την αυλόπορτα και κάγκελα στην αυλή. Δεν μεγαλώσαμε το μπάνιο. Κάναμε όμως κάτι πολύ σημαντικό.
Μάθαμε στο παιδί μας να ξεχωρίζει το σπιτικό, από το σπίτι. Και αυτό μα την Παναγία, δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Και είμαστε γι' αυτό και οι δυο υπερήφανοι.
Σήμερα το ένα μέλος της οικογενειάς μας, ο μπαμπάς, ταξιδεύει για Αμερική. Πάει να στήσει ένα άλλο σπιτικό για μας εκεί πέρα. θα φτάσει στις δύο το πρωί ξημερώνοντας Κυριακή. Και του τραγούδησα στο αεροδρόμιο, "ξημερώνει Κυριακή μη μου λυπάσαι". Χωρίς να έχει καταλάβει τις λέξεις, έβαλε τα κλάματα. Κι εγώ επίσης, όταν δεν χρειαζόταν πια να το παίζω γενναία,  γιατί είχε φύγει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου