Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

Είμαι ανήσυχη. Πολύ ανήσυχη. Γύρισα με βελόνες μπηγμένες στα γόνατα από το κρύο και το μάτι μου το κακό αυτό που είχε πάθει την πάρεση τρεμόπαιζε έτοιμο να κοκαλώσει ξανά. Πέταξα την εφημερίδα στο τραπέζι. Έτρεξα στην κουζίνα. Έβαλα το σπανακόρυζο που έφτιαξα χθες και κάθισα να το φάω με μεγάλη ανακούφιση. Μπήκε στην κουζίνα η Βάσια. Τι τρώμε σήμερα μάνα; -Σπανακόρυζο. -Πλάκα μου κάνεις; πότε το έφαγα εγώ αυτό το φαϊ; -Έχει και σπανακόπιτα από χθες, φάε αυτό. -Τι σ' έπιασε ρε μάνα; δεν θα μαγειρέψεις τώρα τίποτα να φάμε; -Όχι. Καλά εσύ δεν παίρνεις χαμπάρι τίποτα;
-Α κατάλαβα. Θα με αρχίσεις πάλι με αυτές τις οικονομικές μιζέριες. -Δεν είναι θεωρητικολογίες μανάρι μου, καίγονται τα μπατζάκια μας. Άρχισε να δίνεις λίγη προσοχή στο τι γίνεται σ' αυτή τη χώρα, είναι η χώρα σου. Και είναι οι μέρες σου μέσα σ' αυτήν. Μπορείς μάλιστα να θεωρήσεις πως βιώνεις την ανεπανάληπτη ιστορία της. -Μαλακίες, τα λες αυτά τώρα γιατί βαριέσαι να μαγειρέψεις. Αφού το ξέρεις δεν γουστάρω την πολιτική, και δεν μου αρέσει να ασχολούμαι με αυτά".

Είμαι ανήσυχη. Πολύ ανήσυχη. Κοιτάζω το παιδί που έφτιαξα, ένα καλό παιδί, μαζεμένο, που αγαπάει το σπίτι του που τα πηγαίνει καλά με τους γονείς του, που δεν έχει σοβαρές κόντρες μαζί μας, αλλά το κοιτάζω και τρομάζω. Πως μου ξέφυγε αυτή η "λεπτομέρεια;" Πως δεν κατάφερα, πολιτικό ζώο εγώ, να της περάσω το ενδιαφέρον για τον τόπο της; Πως δεν κατάφερα μέσα στη συνείδησή της να ταυτίσω το "είναι" της με το "είναι αυτού του τόπου;" Πως την άφησα να πιστεύει ότι άλλο πράγμα είναι η πολιτική και άλλο η ζωή; Άλλο πράγμα το ποιος θα επιλέξεις να είσαι και άλλο το πως θα το κάνεις; πως την άφησα να αγνοεί τη σοβαρότητα της κατάστασης, να αγνοεί τι σημαίνει αύξηση της ανεργίας, περισσότεροι φόροι, περικοπές μισθών και να τα θεωρεί όλα πολιτικά θέματα; 17 χρονών γαϊδάρα είναι πια. Άλλα παιδιά στην ηλικία της είναι έξω στους δρόμους και τρώνε μάπες, δακρυγόνα, καρδιοχτυπούν, αγωνιούν, βραχνιάζουν. Τι έχω κάνει; Σε ποιες ρίμες κολοβάραγα αντί να κάθομαι να δουλεύω μαζί της; Τόσες φορές την πήρα μαζί μου στη δουλειά. Της έδειξα τους ανθρώπους τους ξαπλωμένους στο δρόμο. Άλλοι από πείνα, άλλοι από ναρκωτικά, άστεγοι άλλοι, άλλοι κινούμενα πτώματα. Της έδειχνα και της έλεγα "κοίτα παιδί μου, οι άνθρωποι αυτοί είναι εγκαταλειμένοι στην τύχη τους. Τους οδήγησαν στο έσχατο σημείο τους. Μη γίνεις ένας από αυτούς που ευθύνονται για την κατάστασή τους". Αυτά της τα είπα. Την έκανα και λυπησιάρα ενώ το ζητούμενο ήταν άλλο. Ήταν άλλο αλλά μου ξέφευγε μαζί της. Τη θεωρούσα πάντα πολύ μικρή. Και τώρα να. Μεγάλωσε κι ακόμα δεν ξέρει. Φέτος τελειώνει το λύκειο. Κάνει όνειρα για τη ζωή της στην Αμερική. Άφησα το φαγητό μου στη μέση. Το πέταξα στο νεροχύτη. Τη φώναξα μέσα.
-Τι είναι πάλι;
-Εμείς θα φύγουμε, αν τα καταφέρουμε να είμαστε έτοιμοι εγκαίρως γιατί παίζει κι ένα σενάριο να μην προλάβουμε. Πες λοιπόν ότι προλάβαμε και φύγαμε. Εδώ όμως θα μείνουν οι φίλοι σου. Η Μαρία, η Καλλίνα, η Κατερίνα, το αγόρι σου, η Αγγελίνα, η Κωνσταντίνα, ο Ακληπιός. Τα παιδιά αυτά τελειώνουν επίσης το λύκειο φέτος. Σου έχει περάσει από το μυαλό που θα είναι σε ένα, δυο, τρία χρόνια από τώρα; πως θα ζουν; τι θα κάνουν στη ζωή τους αυτά τα παιδιά;
-Ναι και στενοχωριέμαι. Θα τους πάρω όλους στην Αμερική.
-Βάσια σοβαρά μιλάμε τώρα. Συγκεντρώσου.
-Μάνα, οι φίλοι μου που νομίζεις άσχετους και ότι είναι στην κοσμάρα τους, σκέπτονται να μη δώσουν εξετάσεις στο πανεπιστήμιο για να μην επιβαρύνουν τους γονείς τους οικονομικά, που ήδη βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Μάνα, όταν μαζευόμαστε πάνω κει σε κείνο το μέρος που αποκαλούμε θέα και μας τη λέτε γιατί καθόμαστε και ξυλιάζουμε στο κρύο για να κάνουμε χαβαλέ μεταξύ μας, το κάνουμε γιατί δεν έχουμε λεφτά να πάμε να πιούμε ένα καφέ. Γιατί έχουμε ανάγκη να δει ο ένας τον άλλο. Ξέρω θα μου πεις φέρτους εδώ. Το έκανα μια δυο τρεις δέκα. Πήγαμε και στου καθένα άλλες τόσες και πηγαίνουμε. Θέλουμε και μια έξοδο όμως. Να ξελαμπικάρει το μάτι μας, να δούμε κάτι άλλο. Δεν έχουμε λεφτά και πηγαίνουμε στη θέα. Και  βλέπουμε την Αθήνα από κει πάνω και κάνουμε πλάκες. Αν και τώρα τελευταία δεν έχει καθόλου πλάκα. Οι γονείς της τάδε χώρισαν γιατί δεν άντεχε η μάνα της να δουλεύει μόνο αυτή και να της πέφτει όλο το  βάρος στην πλάτη. Παρηγορούμε την τάδε, και μέχρι να συνεφέρουμε αυτήν, καταρρέει μια άλλη, ένας άλλος. Σκατά μάνα, σκατά!
Πως αρχίζει να συνειδητοποιεί κανείς τον κόσμο γύρω του, να παίρνει είδηση τι συμβαίνει, να παίρνει θέση, να συμμετέχει στις κινητοποιήσεις, να έχει φωνή, άποψη, θέση απέναντι στα στραβώς κείμενα αυτού του τόπου; Από τη μάνα; από τον πατέρα; από το πόσο συχνά σου μιλάνε οι γονείς σου γι' αυτά; ή από την προσωπική σου επαφή με την πραγματικότητα; Νομίζω είναι το δεύτερο. Ίσως να πρέπει να την αφήσω στην ησυχία της. Τελευταία της χρονιά στο λύκειο.
-Μάνα, του χρόνου τέτοιον καιρό θα έχουμε όλοι χαθεί μεταξύ μας. Ρουφάω τις στιγμές που είμαστε ακόμα μαζί. Τέτοια εποχή του χρόνου όπως το λες κι εσύ, ποιος ξέρει που θα βρίσκεται ο καθένας μας, με ποια τέρατα θα παλεύει. Άσε με σε παρακαλώ λοιπόν, μη με ζαλίζεις την Τρόικα και τους μαλάκες. Κάνε εσύ αυτό που θεωρείς σωστό κι άσε με κι εμένα να βρω το δρόμο μου. Πολλά στα ζητάω;
-Όχι παιδί μου. Δεν τα ζητάς πολλά. Έχεις απόλυτο δίκιο σε όλα. Μόνο που εγώ, να, ανησυχώ, γιατί δεν θέλω να μου προκύψεις ανυποψίαστη, σε μέρες που εσείς θα έχετε το μεγαλύτερο πρόβλημα. Και θα ήθελα να ήξερα την απάντησή σου σε όλα αυτά από τώρα.
-Α ρε κουτορνίθι μάνα! Τι με πέρασες στραβή; δεν βλέπω τι τραβάς; τι τραβάνε όλοι; Όταν θα κατέβουνε στο δρόμο οι άνθρωποι και ανοίξουν τα κεφάλια εσύ θα πονέσεις περισσότερο από μένα; Με ενοχλεί που δεν μου έχεις τόση δα εμπιστοσύνη και με θεωρείς ούφο. Απλώς γύρω μου είναι όλα μαυρίλα. Δεν γουστάρω τη μαυρίλα ρε παιδί μου, θα με κατηγορήσεις και γι' αυτό τώρα; Κανείς μας δεν γουστάρει τη μαυρίλα. Κάνουμε χαβαλέ κι όλοι, μα όλοι, έχουμε ένα λούκι που τραβάμε στο σπίτι μας. Δεν φτάνει αυτό; πρέπει να καθόμαστε να σκεπτόμαστε και τα λούκια όλων των άλλων;
Σιχαίνομαι την πολιτική. Σιχαίνομαι πιο πολύ τους πολιτικούς. Κοίτα που οδήγησαν την Ελλάδα. Τα σιχαίνομαι όλα. Να πάνε στο διάολο όλοι. Και σε ότι με αφορά, κι αυτοί και τα πανεπιστημιά τους. Το ξέρεις μάνα ότι στην τελευταία τάξη του λυκείου το μάθημα στα πρωτεύοντα μαθήματα συνεχίζονται από κει που σταμάτησε το φροντιστήριο; Στη δικιά σου την εποχή αν δεν πήγαινες φροντιστήριο αλλά διάβαζες, περνούσες σε σχολή. Τώρα, αν δεν πας να τα σκάσεις δεν περνάς πουθενά. Και να θέλεις να διαβάσεις δεν μπορείς. Τους έχω γραμμένους μέσα στην τάξη, ζωγραφίζω την ώρα του μαθήματος αφού δεν καταλαβαίνω τίποτα, και προσπαθούνε να αποδείξουν κάθε φορά ότι έχω άσχημη ανατροφή, ότι δεν έκανες καλή δουλειά μαζί μου, ότι είμαι αναρχικιά και απειθάρχητη και κακή επιρροή για τους συμμαθητές μου. Κανείς δεν με ρώτησε τι συμβαίνει, γιατί δεν συμμετέχω, γιατί δεν καταλαβαίνω, τι πρόβλημα έχω. Κανείς ποτέ. Είμαι λοιπόν ένα φυτό, μια αμελητέα ποσότης μέσα στην τάξη και ανήκω στο σαράντα τοις εκατό των μαθητών, που δεν έχουν καμιά δουλειά όπως σου ειπαν οι καθηγητές μου, να βρίσκονται στα σχολεία, δεν δικαιούνται, γιατί δεν είναι καλοί μαθητές. Κι αν αυτό δεν είναι φασισμός όπως το πασάρουν δεν ξέρω κι εγώ τι είναι ούτε με ενδιαφέρει, ούτε όμως κι αυτοί με ενδιαφέρουν. Αλλά να ξέρεις. αν ξανακούσω κανένα τους να σε κατηγορεί εμμέσως πλην σαφώς για τη στραβοδουλειά που έχεις κάνει μαζί μου, θα τον πάρει και θα τον σηκώσει. Και χέστηκα και για τη διαγωγή και για τ' απολυτηριά τους. Πολιτική δεν ήθελες; φάε πολιτική."
Και μπαμ βροντάει την πόρτα και κλείνεται στο δωματιό της και σε τρια δευτερόλεπτα δονείται όλο το σπίτι από τη μουσική της.
Τι ακούει αλήθεια;
with a litlle help from my friends μεγας ει κύριε. Αυτά ήταν δικά μου!

2 σχόλια:

  1. Μια χαρά την ακούω την κόρη σου!
    Κι ο δικός μου τελείωνει το Λύκειο φέτος και δεν έχει πάει ούτε μια χρονιά φροντιστήριο...

    (σε βρήκα)

    Κυκλο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κυκλο; είσαι στ' αλήθεια εσύ; Δεν πίστευα ότι θα δεις το μήνυμά μου εκεί. Με βρήκες και σε βρήκα! Ουάου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή