Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Αφιέρωμα/Σταυρούλα Λιναρά

Η Σταυρούλα Λιναρά είναι μία πολύ παρεξηγημένη μορφή, όπως οφείλει να είναι κάθε αυθεντική φωνή. Πηγαίο ταλέντο της ποίησης, αναζητά την ουσία και χλευάζει την ελιτ των πεφωτισμένων και τα ψεύτικα ίματζ της δήθεν πνευματικής ζωής. Οι εικόνες άμεσα την αναστατώνουν, τα γεγονότα άμεσα την αγγίζουν. Όλα γίνονται προσωπική της υπόθεση, ζήτημα άλυτο που πρέπει να βρει την απαντησή του η να καταλαγιάσει με τη φωνή, τη διαμαρτυρία, το τραγούδι, το γράψιμο, τα χάπια, τη μπύρα, τις άσκοπες βόλτες, τις κλεισούρες. Η Σταυρούλα Λιναρά είναι η ποιήτρια της αντίστασης στην αποχαύνωση. Με σαρκασμό και αυτοσαρκασμό, χλευασμό, βρισιές ενίοτε, χιούμορ, και λέξεις ακονισμένες στον τροχό της οργής και της αγανάκτησης, είναι η καθαρή φωνή της αυθόρμητης έκφρασης και της επώδυνης συναίσθησης.

"ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Με φανφάρες περιφέρεσαι
ανάμεσα στη μετριότητα.
Είσαι ο πρώτος
και μαζί με όλους διαλύεσαι,
κάτω απ' το εκτυφλωτικό φως των προβολέων".


Και φτάνουν μακριά οι αντένες της, και διαπερνά τα φράγματα του χρόνου η ματιά της, τις αποστάσεις και την ηχομόνωση η ακοή της.




"Κρόνια"
Τα πήρα και τρελάθηκα
με τους παλιούς παρέα
κρύωνα και ζεστάθηκα στους λόγους τους καυτούς
Καθάρισε το μάτι μου
και είδα τα ωραία
κι έβγαλα με το άχτι μου
φωνές ωκεανούς
Με όνειρο υπαίτιο βγήκα σε άλλο χρόνο
και είδα να σέρνουν δέσμιο
στα πέρατα της γης,
τον όμορφο το Μείζονα
τον άλλο Θεό τον Κρόνο
με λόγια τον ξεκλείδωνα
και του' πα, ώρα να βγεις
Και τώρα ανταμώσανε
με το Χριστό το μύστη
Φιλιά και χέρια δώσανε
και μύρισα κι εγώ
τον όρκο που ομώσανε
στον ήλιο αιώνια πίστη
πολλά λόγια με ζώσανε
και βγήκα να τα πω
Ξανά ας γίνουν Κρόνια
χρυσά να δούμε χρόνια
και να κρατούν αιώνια
σε δύση ανατολή
Με το Σαντούρνο οι βάρβαροι
έχουν παιδιά κι εγγόνια
όμως δε τη σεβάστηκαν
την άγια μας φυλή
........................................
............................................"




Παρακάτω μ' έναν έξυπνο κι αφοπλιστικό τρόπο μας φανερώνει τα πάθη του έρωτα.

"Σ' ΑΓΑΠΩ;

Θέλω να ελέγχω κάθε σου κίνηση.
Θέλω να είσαι κοντά μου.
Σ' αγαπώ.
Θέλω να ξέρω τι σκέφτεσαι,
τι ελπίζεις, τι φαντάζεσαι,
τι ονειρεύεσαι.
Σ' αγαπώ.
Θέλω να πονάς όταν χωρίζουμε.
Η ζωή σου να είναι μαρτύριο
Χωρίς εμένα, κόλαση.
Να ψήνεσαι, να λιώνεις.
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ".


Και φυσικά ποτέ δεν σταματά να ταξιδεύει. Και πηγαίνει πάντα πολύ μακριά. Σε τόπους όπου κανείς από τους σωτήρες που κόβονται για "το καλό της", δεν θα μπορέσει ποτέ να βρεθεί.

"ΕΝΑ ΣΜΑΡΙ ΠΟΥΛΙΑ
Εκεί που ανθίζω δε ζω,
εκεί που φέγγω δε βγαίνω
κι όλο φευγάτη σωπαίνω,
το χτες μου απομυζώ.
Σκόρπια δεν θέλω ξανά να σε δω,
θα γίνω ένα να ξέρω ποια ειμαι,
θα γίνω δυο.
Αντε και τέσσερις νά' μαι θα' ρθώ,
ψυχή μου πάμε και δένε και λύνε,
θα γίνω οχτώ.
Μα ειμαι ένα σμάρι πουλιά
και ταξιδεύω, μακραίνω,
για τα ζεστά μου πηγαίνω,
όλα για μία φωλιά".

Σπάνια οι γυναίκες που γράφουν ποιήματα, έχω δει να χρησιμοποιούν το λόγο επιτηδευμένα προς χάρη του εντυπωσιασμού. Οι περισσότερες έρχονται από μακριά, φορτωμένες με τα βαριά σακκιά των ενοχών, της ανασφάλειας, της απώλειας, της αγανάκτησης, του πόνου αλλά και της ικανότητας να αντλούν τη χαρά τους από τα μικρά κι ανάξια προσοχής πράγματα για έναν άντρα. Η Σταυρούλα Λιναρά, πέρα από όλα τα κοινά χαρακτηριστικά που μπορεί κανείς να αναγνωρίσει στη γυναικεία ψυχή, είναι ατρόμητη. Και είναι τέτοια γιατί δεν φοβάται και δεν ανησυχεί στο τόσο, μήπως δεν αρέσει, μήπως τη βρουν λίγη, μήπως κάποιος της τσαλακώσει την εικόνα της, μήπως κάποιοι τη θεωρήσουν και την κρίνουν προκλητική ή γραφική. Με τον πιο αυτοσαρκαστικό, αστείο και τραγικό τρόπο τα έχει κάνει όλα πρώτη στον εαυτό της. Και πλήρωσε με το βαρύτερο τίμημα που μπορεί να πληρώσει μια ανθρώπινη ύπαρξη, το κράξιμο της αναλγησίας, το ξεγύμνωμα της ψευτιάς και της υποκρισίας.

"ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΜΟΝΗ


Μικρή σαϊτα ξέφυγα απ' του χρόνου τη φαρέτρα,
πέτα καρδιά μου πέτρα.
Και χώριζα και έσμιγα, ποτέ δεν ήμουν μόνη,
πέτα ψυχή μου χιόνι.
Χαρά να φέρω θέλησα
και χώρισα και έσμιξα
κι αν πάλι θα πεθάνω,
θα ζήσω παραπάνω.
Στον ουρανό καρφώθηκα,
κρατάω κλειστό το φως μου,
λαμπρά να λάμπω εντός μου.
Κλεισμένη λευτερώθηκα.
Το γέλιο με λερώνει
όταν δεν είμαι μόνη."

Δεν χρειάζονται άλλα σχόλια στην προηγούμενη παράγραφο νομίζω. Τα τελευταία τρία τέσσερα χρόνια, δεν ζει στην Ελλάδα. Έφυγε όταν σιγουρεύτηκε πως οι στίχοι της αναζήτησης, της αμφισβήτησης και της πρόκλησης μέσω των οποίων έψαχνε και ψάχνει τις απαντήσεις της, δεν κατάφεραν με τη διαχρονικότητά τους να κρατήσουν τους φίλους δίπλα της. Ούτε και η καθαρή της ψυχή κατάφερε να καταλάβει ποτέ, τις σκοπιμότητες των προσεγγίσεων. Τώρα ζει στο εξωτερικό, κοντά στα παιδιά και τα εγγόνια της, αποζητώντας στα παιδικά χαμόγελα την τρυφερότητα και την αποδοχή που τόσο απλόχερα η ίδια σκόρπισε, και τόσο πολύ παρά ταύτα στερήθηκε. Όπου και νά' σαι, να θυμάσαι πως σ' αυτόν εδώ τον τσιγκούνικο τόπο Σταυρούλα μου, υπάρχουν και κάποιοι που σ' αγαπούν γι' αυτό ακριβώς που είσαι, γι' αυτά ακριβώς που έδωσες και κυρίως, για τα όσα μύρια δικαιούσαι που ποτέ δεν είδες. Τα έχει πει και ο Θανάσης ο Κορακάκης καλύτερα για σένα, στο βιβλίο του "Καισαριανιώτες συγγραφείς". Εγώ καταθέτω μόνο αυτά που η ίδια γνώρισα από σένα και, τα ποιήματα που μου εμπιστεύτηκες, τιμώντας με την πράξη σου αυτή το refene και εμένα. Σ' ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να σε γνωρίσω.

Ελένη Μπάλιου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου