Ο λόγος ο γραπτός και ο λόγος ο προφορικός. Ο λόγος ως αιτία και ως υπόσχεση. Και τώρα μέσα εδώ, ο λόγος ως ύπαρξη και νόημα.
Τα ποιήματα είναι ωραία. Μας γνωρίζουν με το στοχασμό. Μας κάνουν να ψάχνουμε μέσα στα καταβαθά μας για να ανακαλύψουμε τη δύναμη της σκέψης μας και τους στυλοβάτες της ψυχής μας. Μας κάνουν να νιώθουμε πιο ανθρώπινοι.
Οι παλιοί ποιητές, έγραφαν εμπνευσμένοι από την ιστορική τους πραγματικότητα. Οι στρατευμένοι ποιητές, εμπνευσμένοι από το οραμά τους, για μια καλύτερη κοινωνία. Οι σύγχρονοι αστοί ποιητές,αντλούν τα θέματά τους από τις ειδήσεις, τα τεχνολογικά επιτεύγματα, τις μικρές και μεγάλες καταστροφές, τους σύχρονους πολέμους, τη ταχύτητα των βιορρυθμών, την κοινωνική αντίδραση ή μη αντίδραση στις εκάστοτε προκλήσεις. Αν υπήρχαν πραγματικοί σύγχρονοι ποιητές, αυτό θα έκαναν. Αλλά έχω να το δω χρόνια. Πέραν αυτού, το να μιλάς ποιητικά ή για ποίηση σε μια εποχή που απαιτεί να δώσεις προτεραιότητα στην πράξη, είναι σαν μιλάς από μια απομόνωση, όπου δεν σε φτάνει η εικόνα, ο ήχος, τα όποια ερεθίσματα, οι όποιες προσλαμβάνουσες από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζεις. Αν όμως εξακολουθούν να σε φτάνουν όλα αυτά κι εσύ εξακολουθείς να θέλεις να γράψεις φίλε μου, έτσι γιατί αισθάνεσαι πως αν δεν το κάνεις θα σκάσεις, έτσι γιατί αυτό είναι το ψώνιο σου και η αγάπη σου, έτσι γιατί πιστεύεις πως καταλαβαίνεις καλύτερα με αυτό τον τρόπο τι γίνεται στον κόσμο γύρω σου, πάρε το στυλό και το μπλοκάκι σου και γράψε στο δρόμο. Δίπλα από εκείνους που έρχονται αντιμέτωποι με την έννομη τάξη, τη νέα τάξη, την άρχουσα τάξη, την τάξη. Δεν είναι τίποτα αυτό που έχεις να πεις και τίποτα που θα ενδιέφερε εμένα, τον δίπλα και τον παραδίπλα, από αυτά που σκέπτεσαι πάνω στον καναπέ σου, προσπαθώντας να τα συνταιριάξεις σε στίχους, ρίμες, ελεύθερη ή έμετρη απόδοση, επτιδηδευμένο ή μη λεξιλόγιο, ακροβασίες, σοφίες, σοφιστίες, και κλαυθηρμοί μιας ψυχής που χαμπάρι δεν έχει πάρει, περιχαρακωμένη στο δωμάτιο με τα χαρτιά, το πισί, τα στυλό, τις ωραίες γόμες, τα τακτοποιημένα συρτάρια, χαμπάρι δεν πήρε τη λάβα που έχει περικυκλώσει το σπίτι της. Κι αντί να γράφει γι' αυτήν, γράφει για πόθους ανεκλήρωτους, χαμένες αγάπες αδικημένα συναισθήματα, απουσίες, παπαριές.
Μη το παλεύεις, τζάμπα κουράζεσαι. Δεν έχεις κανένα απολύτως λόγο στον κόσμο να γίνεις ποιητής. Δεν υπήρξες και δεν θα υπάρξεις ποτέ κάπως έτσι. Μπορείς όμως ακόμα να παραμείνεις ένας άνθρωπος ζωντανός, που θέλει να ζήσει με αξιοπρέπεια. Κι αυτή η αξιοπρέπεια είναι τώρα που σε καλεί να παραταχτείς δίπλα στους συνανθρώπους σου, στον αδελφό, το γείτονά σου, το φίλο σου, στο συνάδελφό σου δίπλα, για να σταματήσει το ανθρώπινο τείχος την αδηφάγα λάβα της διεφθαρμένης εξουσίας που προχωρά να σκεπάσει και να καταφάει κάθε ανθρώπινη κατάκτηση, κάθε ανθρώπινη του παρελθόντος θυσία, κάθε ανθρώπινη και υπερήφανη υπόσταση. Γιατί το ανθρώπινο τείχος, εκπέμπει μια αύρα που τρομάζει αυτή τη λάβα. Γιατί είναι το μόνο που μπορεί να αναχαιτίσει την καταστροφική της πορεία. Γιατί αυτή η λάβα είναι ένας εφιάλτης από αυτούς που προσπαθούν να σε κάνουν να πιστέψεις πως είναι φαινόμενο και οντότητα πραγματικά τρομερή, και πως πρέπει να βάλεις τα χέρια στο κεφάλι σου προσμένοντας καρτερικά να σε φάει. Ο μπαμπούλας. Στην πραγματικότητα η μόνη αλήθεια είναι αυτή που εσύ έφτιαξες και αποδέχτηκες σαν τέτοια μέσα σου. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Δεν υπάρχει μπαμπούλας. Αυτό το λιπαρό και ρυπαρό κήτος, είναι φτιαγμένο από τα χέρια μας. Το ανθρώπινο τείχος το γνωρίζει αυτό. Πήγαινε να το βρεις. Και σταμάτα να πειραματίζεσαι με τους στίχους, επιστρατεύοντας τη θλίψη, τη χαρά, τον έρωτα,, τα σύννεφα, τη θάλασσα, τον ουρανό. Γιατί καταντάς πολύ γελοίος όταν το κάνεις αυτό, έχοντας έναν μπαμπούλα να σου χτυπάει την πόρτα, κι ένα ανθρώπινο τείχος λίγο πιο έξω από αυτήν, να σε περιμένει.
Ο λόγος. Το τίποτα. Το μηδέν κι απέναντι η πράξη.
ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
ΑπάντησηΔιαγραφήΒΑΡΕΘΗΚΑ ΝΑ ΛΥΠΑΜΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ
ΚΑΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ...
ΒΓΑΙΝΩ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΩ
ΝΑ ΑΝΑΣΑΝΩ ΞΑΝΑ...
ΝΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΟΙΤΑΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ
ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ...
ΓΑΡΟΥΦΩ