Από την Καισαριανή έχουν μείνει στη ζωή ελάχιστοι που γνωρίζω. Με τους παλιότερους τα πήγαινα ανέκαθεν καλύτερα . Τώρα στο δικό μου το στενό υπάρχει μόνο η γειτόνισσα η Ρούλα που έμεινε μια ολόκληρη ζωή στο διώροφο της.
Δίπλα από το δικό μου προσφυγικό ορθώνονται τοίχοι. Κι από τις δυο πλευρές. Απ' τα δεξιά ένα εκτρωματικό παραλληλόγραμμο, 105 τ.μ τραβηγμένα κάθετα να φτάνει το ύψος του το ύψος της πολυκατοικίας στ' αριστερά μου. Κι εγώ στη μέση. Όταν δουλεύει ο λέβητας για τη θέρμανση το σπίτι μου τρέμει λες και είμαι σε καράβι. Κι επειδή αυτός δουλεύει όλο το χειμώνα έχω την αίσθηση μερικές φορές πως φτάνει μέχρι εδώ η ζέστη, αλλά είναι ψευδαίσθηση, αν δεν βάλω τα σομπάκια με το υγραέριο θα ψοφήσουμε στο κρύο. Η Μπουκάλα φέτος κοστίζει 20 ευρώ και το γκάζι διαρκεί επτά μέρες με λίγο προσεχτική χρήση. Συνήθως δεν έχω λεφτά να αγοράσω δυο μπουκάλες μαζί και αγοράζω για τη μία σόμπα μόνο. Όταν έχω τα χρήματα να αγοράσω και για τη δεύτερη, τελειώνει η άλλη και έτσι μόνιμα σχεδόν, το σπίτι ζεσταίνεται μισό. Υπάρχουν όμως και κάποιες φορές που προλαβαίνω την άλλη μπουκάλα για δυο τρεις μέρες, και τότε τι να σας λέω, σκέτος παράδεισος.
Στο δρόμο για το σπίτι όταν σχολάω, βλέπω πολλούς αστέγους και ανέργους που έχουν μια ταμπέλα στο στήθος και γράφει “πεινάω”. Δεν είναι θέμα καλής και κακής διάθεσης, τους δίνω κάτι όταν έχω κι όταν δεν έχω, πηδάω τζάμπα στα λεωφορεία και στα τρένα και όλη αυτή την ώρα το μυαλό μου δουλεύει ασταμάτητα. “-Αν με πιάσουν θα τους πω ότι “Ρε κερατάδες, είχα κάρτα όλο το Φεβρουάριο και πήγα με τα πόδια πέντε χιλιόμετρα κι άλλα τόσα να γυρίσω, γιατί κάνατε απεργία. Την κάρτα μου ποιος θα μου την πληρώσει;” Θα τους πω. “Δεν έχω δεν πληρώνω, πάρτε με μέσα” Θα τους πω, “Στον ύπνο σας με βλέπατε πρωί πρωί κι εσείς; Άστε μας στη στενοχώρια μας”. Θα τους πω, “ Κοίτα να δεις, είμαι υπερτασική και δεν έχω πάρει το χάπι μου, τι καταλαβαίνεις, να ξεραθώ τώρα εδώ χάμω να σου μείνει το βάρος στη συνείδηση; Δεν έχουμε λέμε” Θα τους πω αυτό θα τους πω εκείνο. Και μέχρι να βρω τι θα τους πω, κατεβαίνω και πάει η μισή αγωνία τέλειωσε μένει το λεωφορείο και μια από τα ίδια. Ωστόσο ο προορισμός είναι το σπίτι μου. Έχω ακόμα ένα σπίτι, που λίγα χρόνια πριν πολλοί κοιτούσαν με μισό μάτι, και μάλιστα μία μαμά που έφερε το τέκνο της στα γενέθλια του δικού μου, μου είπε ευθαρσώς. “-Πως είναι δυνατόν να αποκαλείς αυτό το ερείπιο σπίτι; Να μου το χαρίζανε δεν μένω μέσα εδώ”. Την ίδια μαμά, που χώρισε με τον μπαμπά του παιδιού και μένει στο ενοίκιο πια, την είδα να περνά απέξω πρόσφατα. Εγώ καθόμουν στο παράνομο αυλιδάκι μου του 1925 και έπινα το νόμιμο καφεδάκι μου. Σταματάει η καλή σου μπροστά μου και κοιτάζει την κρεβατίνα μου. “Τι ωραία, έχεις και κληματαριά. Που να τα δεις αυτά στην Αθήνα πια! Καλά την έχεις εσύ εδώ...” Είπα να της θυμίσω τι έλεγε τότε που αγόραζε τις κουρτίνες ασορτί με το πάπλωμα και την εντοιχισμένη κουζίνα συνέχεια του καθιστικού και έφερνε τους κλόουν στα γενέθλια των παιδιών της ενώ εγώ παρίστανα τον κλόουν στου δικού μου, και δεν κάλεσε μια φορά το παιδί μου, ενώ εγώ πάντα τα δικά της. “Ρε άστην να πάει...” είπα μέσα μου και πήγα να μπω μέσα γυρίζοντάς της την πλάτη.
“-Να σου πω μια στιγμή Ελένη;” Με κόβει τότε αυτή.
“-Παρακαλώ
-Ξέρω πως αγαπάς την Καισαριανή και σε αγαπάει κι αυτή. Γνωρίζεις κόσμο. Σ' έχω δει με την κομπανία του δημοτικού συμβουλίου και αναρωτιόμουν μήπως θα μπορούσες να μιλήσεις σε κανέναν για μένα, να πάρω τη θέση της καθαρίστριας στο δημοτικό.
-Έτσι λοιπόν γίνεται”. Μονολόγησα εγώ.
“Τι λες;” Με ρωτάει η τέως γειτόνισσα.
Εγώ μούγκα. Ποτέ δεν περίμενα πως σε μένα ειδικά θα ερχόταν κάποιος/α από αυτούς που ευημερούσαν λίγα χρόνια πριν, για βοήθεια. Από τις λίγες φορές στη ζωή μου που είχα καταπιεί τη γλώσσα μου. Τι να της πω; Καθόταν μπροστά μου και περίμενε. Να της εκθέσω το χάλι μου το μαύρο; ποιο χάλι; ακόμα έχω ένα σπίτι και για όσο, τη δουλειά μου. Αυτή με τα 750 ευρώ. Που δεν μου φτάνουν για να πληρώσω τράπεζα, ΟΤΕ, ΔΕΗ, Αγγλικά, εισιτήρια και τσιγάρα. Που ψάχνω και ξαναψάχνω στις τσέπες μου μπας και γέννησαν στο μεταξύ κανένα πεντοευρώ και αγοράσω ένα ρημάδι εισιτήριο ν' αποφύγω μια μέρα το άγχος, θα πω αυτό θα πω εκείνο. Που δεν μπορώ να φτιάξω τα δόντια μου. Που δεν μπορώ να πληρώσω ένα γιατρό και πάει από αναβολή σε αναβολή η εξέταση για τον όζο που μεγάλωσε, καλά και κλείνουμε τα ραντεβού. Και μπροστά μου, είχα την απόλυτη δυστυχία. Όχι αυτήν με την ταμπέλα στο στήθος “πεινάω”. Την άλλη με την ταμπέλα στα μάτια. “Ντρέπομαι, ξέπεσα, βοηθησέ με”. Και η δικιά μου η ντροπή να είναι πιο μεγάλη. Γιατί δεν μπορώ. Δεν έχω μια δουλειά να της προσφέρω, ούτε χρήματα, κι αν της δώσω ρούχα ή παπούτσια θα μου τα πετάξει στη μούρη, κι αν της αδειάσω το μισό μου ντουλάπι από μακαρόνια το ίδιο. Η γυναίκα θέλει δουλειά. Και την θέλει από μένα. Μέγας ει κύριε. Κι αν της πω, δεν είμαι εγώ ο άνθρωπος που μπορεί να σε βοηθήσει. Θα σκεφτεί πως την εκδικούμαι για τη σνομπαρία της. Κι αν της πω δεν έχω ζητήσει χάρη ποτέ από κανέναν δεν θα με πιστέψει. Κι αν της δώσω συμβουλή, θα πει έξω απ' το χορό πολλά τραγούδια ξέρει κανείς. Τι να κάνω λοιπόν;
Το πιο απλό. “Έλα μέσα να σου φτιάξω έναν καφέ και θα σου εξηγήσω”, της λέω. Μα εκείνη δεν ήθελε. Είχε βγει στους δρόμους και έψαχνε για δουλειά. Σάματις ήξερα και να της πω που να πάει; για να σπάσει τα μούτρα της;
“Κατάλαβα, δεν γίνεται”. Μου λέει. “-Ναι, είναι πολύ δύσκολη η κατάσταση, για όλους μας.
-Τουλάχιστον εσύ έχεις το σπιτάκι σου. Μια χαρά είσαι” Μου ξαναλέει.
Πήγα να της πω, “ Δεν το βουλώνεις τώρα μην πέσει το ερείπιο και με πλακώσει;”
Αλλά δεν θα το έπιανε το χούμορ. Όταν είσαι σε κακό χάλι, ξέρω από πείρα, δεν πιάνεις τίποτα από του αλλουνού τη διάθεση.
“-Πάω. Μια ιδέα έριξα, αν δεν μπορείς να κάνεις κάτι, μη στενοχωριέσαι. Η μικρή σου καλά είναι;
-Καλά ναι. Στο καλό. Θα έχω το νου μου. Αν ακούσω κάτι οπουδήποτε θα σε ειδοποιήσω”.
Έτσι γιατί ένοιωθα πως περίμενε να ακούσει κάτι τέτοιο. Τι να ακούσω; που να το ακούσω, και πότε να προλάβω να την ειδοποιήσω; λέμε τώρα.
Κι έφυγε η Ασπασία και έμεινα με την κληματαριά την στραβοκλαδεμένη, τόσο κακή δουλειά που έκανα άραγε θα βγάλει φύλλα φέτος; Κι έμεινα με τον καφέ μετέωρο στα χέρια που είχε κρυώσει. Και μια πικρή γεύση στα χείλη, ένα φαρμάκι που δεν έσταξε από την κληματαριά, ούτε από τον καφέ. Που αναδύθηκε από το στομάχι μου μέσα και φούσκωσε τον κερατά τον όζο στο λαιμό μου.
Και τα προσφυγικά δεν υπάρχουν πια. Γύρω μου και παντού υπάρχουν ψηλά κτίρια με εντοιχισμένες κουζίνες και συνεχόμενα καθιστικά με πάσα και από κάτω αμάξια και γκαράζ και πυλωτές και μπαλκόνια χωρίς ανθρώπους. Δεν θα βγουν οι καρέκλες στο δρόμο να καθίσουν οι γείτονες να πουν τον πόνο τους, να τρέξει ο ένας μέσα στην κουζίνα του γιατί θυμήθηκε ότι μαγείρεψε κάτι καλό, να το φέρει στον άλλο. Πάνε αυτά. Πάει και η παρηγοριά των ανθρώπων. Πάει και η θύμηση μπρος στα ψηλά κτίρια. Πάει κι ο αέρας. Το καλοριφέρ πήρε πάλι μπροστά. Πάει και η ησυχία μου. Μέχρι και το τραπέζι που γράφω κουνιέται. Αλλά έχω τραπέζι. Κι ένα κομπιούτερ ακόμα, (αλήθεια, είναι παλιός ο pentium 4;) να βγάζω το άχτι μου. Κι αν βγω έξω από το σπίτι και περπατήσω προς τα πάνω, με τρεις δρασκελιές θα φτάσω στο βουνό. Κι από κει θα δω όλη την Καισαριανή, με τα καινούργια της εμφυτεύματα και ενδιάμεσα τα παλιά της σπίτια, σαν τροχισμένα δόντια για υποψήφια γέφυρα. Καθένας με τον πόνο του δε λένε;
Στο μεταξύ η ώρα περνάει. Ίσως την έκανα την εισαγωγή στο θέμα μου. Ίσως και όχι ακόμα. Αισθάνομαι πως είναι ένα θέμα μακρύ χωρίς τέλος. Αισθάνομαι πως οι μαρτυρίες από δω και στο εξής δεν θα έχουν τελειωμό. Ωστόσο άνοιξη έπιασε. Όχι για να δίνουμε ψεύτικες ενέσεις αισιοδοξίας αλλά που θα πάει, δεν θα κλείσει αυτό το ρημάδι το καλοριφέρ; Δεν θα ζεστάνει το σπίτι; και δεν θα φύτρωσαν ήδη οι μαργαρίτες πάνω στη Γκαλοπουλα; Δεν θα στεγνώσουν και οι τοίχοι να ρίξουμε καμιά μπογιά; Η Βάσια θέλει να ζωγραφίσει αυγά πασχαλινά στον εξωτερικό τοίχο.
“-Κάτσε καλά παιδί μου, θα μας κράξουν
-Γιατί ρε μάνα, τόσα χρόνια τι κάνουν; άσε τουλάχιστον να κάνω το κέφι μου.
-Ε κάντο.
-Άλλωστε μην ξεχνάς πως τη μπουκαβίλια που ζωγράφισα πέρσι, σταμάταγαν οι τουρίστες και τη φωτογράφιζαν.
-Ποιοι τουρίστες ρε βούρλο; Στην Καισαριανή; Φοιτητές του πολυτεχνείου ήταν και έπαιρναν τα παλιά σπίτια. Για λόγους μελέτης. Σιγά μη έπαιρναν τη μπουκαμβίλια σου.
-Καλά λέγε συ. Να δεις και τα αυγά μου θα σκίσουν”
Κι έτσι την άφησα να φτιάχνει κόκκινα αυγουλάκια πάνω στον άσπρο τοίχο και μπήκα μέσα να κλείσω το κείμενο, να κλείσω το θέμα που άλλοι άνοιξαν και μας άφησαν να ψάχνουμε την αρχή και το τέλος του. Προς το παρόν μόνο η διάρκεια είναι κοντά μας.
Και η μπουρού.
Και η μπουρού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου