ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
(Romance Souambulo)
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο.
Πράσινε άνεμε. Πράσινα κλαριά.
Η βάρκα μες στη θάλασσα
Τ' άλογο απάνου στα βουνά.
Με τη σκια στη μέση της
Ρεμβάζει στο μπαλκόνι
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
Και μάτια παγωμένο ασήμι,
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο.
Κάτου απ' τη γύφτισσα σελήνη
Τα πράγματα όλα την κυττάνε
Και δεν μπροεί να τα κυττάξει.
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο.
Άστρα μεγάλα πάχνης
Έρχονται με το ψάρι το θαμπό
Που ανοίγει της αυγής το δρόμο,
Δέρνει η συκιά τον άνεμό της
Με τα ροζιάρικα κλαριά,
Και το βουνό, σαν άγριος γάτος,
Κυττάζει μ' ανασηκωμένα
Τα φοβερά παλιούρια του.
Μα ποιος θε νάρθει; Κι από πού;
Κάθεται στο μπαλκόνι της
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
Κι' ο νους της είναι γυρισμένος
Κατά την πικροθάλασσα.
Γείτονα, πάρε τ' άλογό μου,
ήρθα να κάνουμε αλλαξιά
Το σπίτι σου με τ' άλογό μου,
Το λύχνο σου με το μαχαίρι,
Το πάμπλωμά σου με τη σέλλα.
Γείτονα, τρέχω ματωμένος
Από της πύλες της Καβράς.
Αν το μπορούσα, γιε μου,
Δικά σου θάταν όλ' αυτά.
Μα τώρα εγώ δεν είμ' εγώ,
Ούτε το σπίτι σπίτι μου.
Γείτονα, θέλω να πεθάνω
Σ' ένα κρεββάτι ειρηνικό,
Ατσάλινο, αν βολεί να γίνει,
Και με σεντόνια ολλανδικά.
Δε βλέπεις τη λαβωματιά μου
Πόχω απ' τα στήθεια ως το λαιμό;
Τρακόσια ρόδα μελανά
Στ' άσπρο πουκάμισό σου απάνου.
Το αίμα σου κι η μυρουδιά του
Σου έχουν μουσκέψει το κορμί.
Μα τώρα εγώ δεν είμ' εγώ,
Ούτε το σπίτι σπίτι μου.
Άσε με τότε ν' ανεβώ
Ως τα ψηλά-ψηλά μπαλκόνια,
Άσε με! άσε με ν' ανέβω
Ψηλά στα πράσινα μπαλκόνια.
Στου φεγγαριού τα μπαλκονάκια
Που στάζει- στάζει το νερό.
Τώρα κι οι δυο τους ανεβαίνουν
προς τα ψηλά- ψηλά μπαλκόνια
Κι αφίνουνε στο πέρασμά τους
Σταλαγματιές σημάδια αίμα
Σταλαγματιές σημάδια δάκρια.
Πάνου στις στέγες τρεμουλιάζαν
Τενεκεδένια φαναράκια.
Χιλιάδες ντέφια κρουσταλλένια
Πληγώνανε τη χαραυγή.
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο,
Πράσινε άνεμε, πράσινα κλαριά.
Τώρα κι οι δυο τους ανεβήκαν.
Ο αγέρας μακρινός που ερχόταν,
Άφινε κάτι μες στο στόμα
Παράξενη άφινε μια γεύση
Χολής, βασιλικού, και δυόσμου.
Γείτονα! Πού είναι, πού είναι, πες μου;
Πού είναι η πικρή σου η δυχατέρα;
Πόσες φορές σε καρτερούσε!
Και πόσες θα σε καρτερεί.
Με τα κατάμαυρα μαλλιά της,
Την όψη της τη δροσερή,
Σ' αυτό το πράσινο μπαλκόνι!
Πάνου στης στέρνας τον καθρέφτη,
Αλαφροσάλευε η τσιγγάνα.
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
και μάτια παγωμένο ασήμι.
Μια κρύα κρούστα φεγγαριού
Τη δένει απάνου στο νερό.
Και τότε σίμωσε και η νύχτα
Ζεστή- ζεστή κι αγαπημένη
Σα μια μικρή κρυφή γωνιά.
Χωροφυλάκοι μεθυσμένοι
Χτυπούσανε στην πόρτα.
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο.
Πράσινε άνεμε. Πράσινα κλαριά.
Η βάρκα μες τη θάλασσα.
Τ' άλογο απάνου στα βουνά.
"Φιλολ. Χρονικά" 1-6-1944
Μετάφραση: Νίκος Γκάτσος.
Υπενθύμιση: Διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου από το οποίο έκανα την αντιγραφή.
(Romance Souambulo)
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο.
Πράσινε άνεμε. Πράσινα κλαριά.
Η βάρκα μες στη θάλασσα
Τ' άλογο απάνου στα βουνά.
Με τη σκια στη μέση της
Ρεμβάζει στο μπαλκόνι
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
Και μάτια παγωμένο ασήμι,
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο.
Κάτου απ' τη γύφτισσα σελήνη
Τα πράγματα όλα την κυττάνε
Και δεν μπροεί να τα κυττάξει.
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο.
Άστρα μεγάλα πάχνης
Έρχονται με το ψάρι το θαμπό
Που ανοίγει της αυγής το δρόμο,
Δέρνει η συκιά τον άνεμό της
Με τα ροζιάρικα κλαριά,
Και το βουνό, σαν άγριος γάτος,
Κυττάζει μ' ανασηκωμένα
Τα φοβερά παλιούρια του.
Μα ποιος θε νάρθει; Κι από πού;
Κάθεται στο μπαλκόνι της
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
Κι' ο νους της είναι γυρισμένος
Κατά την πικροθάλασσα.
Γείτονα, πάρε τ' άλογό μου,
ήρθα να κάνουμε αλλαξιά
Το σπίτι σου με τ' άλογό μου,
Το λύχνο σου με το μαχαίρι,
Το πάμπλωμά σου με τη σέλλα.
Γείτονα, τρέχω ματωμένος
Από της πύλες της Καβράς.
Αν το μπορούσα, γιε μου,
Δικά σου θάταν όλ' αυτά.
Μα τώρα εγώ δεν είμ' εγώ,
Ούτε το σπίτι σπίτι μου.
Γείτονα, θέλω να πεθάνω
Σ' ένα κρεββάτι ειρηνικό,
Ατσάλινο, αν βολεί να γίνει,
Και με σεντόνια ολλανδικά.
Δε βλέπεις τη λαβωματιά μου
Πόχω απ' τα στήθεια ως το λαιμό;
Τρακόσια ρόδα μελανά
Στ' άσπρο πουκάμισό σου απάνου.
Το αίμα σου κι η μυρουδιά του
Σου έχουν μουσκέψει το κορμί.
Μα τώρα εγώ δεν είμ' εγώ,
Ούτε το σπίτι σπίτι μου.
Άσε με τότε ν' ανεβώ
Ως τα ψηλά-ψηλά μπαλκόνια,
Άσε με! άσε με ν' ανέβω
Ψηλά στα πράσινα μπαλκόνια.
Στου φεγγαριού τα μπαλκονάκια
Που στάζει- στάζει το νερό.
Τώρα κι οι δυο τους ανεβαίνουν
προς τα ψηλά- ψηλά μπαλκόνια
Κι αφίνουνε στο πέρασμά τους
Σταλαγματιές σημάδια αίμα
Σταλαγματιές σημάδια δάκρια.
Πάνου στις στέγες τρεμουλιάζαν
Τενεκεδένια φαναράκια.
Χιλιάδες ντέφια κρουσταλλένια
Πληγώνανε τη χαραυγή.
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο,
Πράσινε άνεμε, πράσινα κλαριά.
Τώρα κι οι δυο τους ανεβήκαν.
Ο αγέρας μακρινός που ερχόταν,
Άφινε κάτι μες στο στόμα
Παράξενη άφινε μια γεύση
Χολής, βασιλικού, και δυόσμου.
Γείτονα! Πού είναι, πού είναι, πες μου;
Πού είναι η πικρή σου η δυχατέρα;
Πόσες φορές σε καρτερούσε!
Και πόσες θα σε καρτερεί.
Με τα κατάμαυρα μαλλιά της,
Την όψη της τη δροσερή,
Σ' αυτό το πράσινο μπαλκόνι!
Πάνου στης στέρνας τον καθρέφτη,
Αλαφροσάλευε η τσιγγάνα.
Πράσινη σάρκα, πράσινα μαλλιά,
και μάτια παγωμένο ασήμι.
Μια κρύα κρούστα φεγγαριού
Τη δένει απάνου στο νερό.
Και τότε σίμωσε και η νύχτα
Ζεστή- ζεστή κι αγαπημένη
Σα μια μικρή κρυφή γωνιά.
Χωροφυλάκοι μεθυσμένοι
Χτυπούσανε στην πόρτα.
Πράσινο, που μ' αρέσεις πράσινο.
Πράσινε άνεμε. Πράσινα κλαριά.
Η βάρκα μες τη θάλασσα.
Τ' άλογο απάνου στα βουνά.
"Φιλολ. Χρονικά" 1-6-1944
Μετάφραση: Νίκος Γκάτσος.
Υπενθύμιση: Διατηρείται η ορθογραφία του κειμένου από το οποίο έκανα την αντιγραφή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου