Αρχίζω τα αφιερώματα στην ποίηση και τους ποιητές που θα συνεχιστούν όλο το Μάρτη, ξεκινώντας από τον Wystan Hugh Auden.
Γεννήθηκε στην Αγγλία το 1907 και πέθανε το 1973.
Αγγλοαμερικανός ποιητής, αφού προς το τέλος της ζωής του, απέκτησε και την Αμερικανική Υπηκοότητα.
Τα κεντρικά θέματα της ποίησής του είναι η αγάπη, η πολιτική η ιθαγένεια, η θρησκεία και τα ήθη, καθώς και η σχέση μεταξύ των μοναδικών ανθρώπων με τον ανώνυμο, απρόσωπο κόσμο της φύσης.
Στο Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, Ο Auden ανήκε στον κύκλο των πολλά υποσχόμενων νέων ποιητών που ήταν έντονα αριστερός. Αξεδιάλυτο είναι το πότε ακριβώς στράφηκε στη θρησκεία και κάτω από ποιες ψυχολογικές και πνευματικές ανησυχίες, έγινε στο τέλος βαθιά θρησκευόμενος. Ο Ίδιος έγινε ευρέως γνωστός μετά το θανατό του το 1939 από ραδιόφωνο και τηλεόραση, με πολλές αναφορές στο έργο του και καινούργιες εκδόσεις. Θεωρείται ένας από τους σημαντιότερους Άγγλους ποιητές του 20ου αιώνα. Πληροφορίες για τον W.H.Auden υπάρχουν στο διαδίκτυο, σε πολλά αγγλικά site για την ποίηση και τη λογοτεχνία καθώς και στο wikipedia.
Διάλεξα ένα ποιήμα του που στις μέρες μας είναι πολύ επίκαιρο και στα ελληνικά αποδίδεται με τον τίτλο "ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΜΠΛΟΥΖ"
Το ποίημα έχει δημοσιευτεί στα "Ελεύθερα γράμματα" την πρώτη Ιουλίου του 1947 και τη μετάφραση έχει κάνει ο Κλείτος Κύρου.
ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΜΠΛΟΥΖ
Ας πούμε πως η πόλη αυτή έχει 10.000 ψυχές.
Άλλοι ζούνε σε μέγαρα κι άλλοι σε τρώγλες φρικτές.
Κι ακόμη να βρούμε ένα μέρος αγάπη μου,
κι ακόμη να βρούμε ένα μέρος.
Είχαμε κάποτε πατρίδα κι ήτανε τόσο καλή,
Ξεφύλλισε τον Άτλαντα και την έβρεις εκεί:
Τώρα να πάμε αυτού δεν μπορούμε, αγάπη μου,
Τώρα να πάμε αυτού δεν μπορούμε.
Στης εκκλησιάς την αυλή ένα σμιλάγκι γέρικο φυτρώνει,
Κάθε άνοιξη τη φυλλωσιά του απλώνει:
Τα παλιά διαβατήρια δεν κάνουν.
Ο πρόξενος χτυπούσε το τραπέζι κι έλεγε οργισμένος:
"Χωρίς διαβατήριο θεωρείσαι τυπικά πεθαμένος".
Κι όμως ακόμη ζούμε, αγάπη μου,
κι όμως ακόμη ζούμε.
Πήγα σε μια επιτροπή. Μου δώσαν να καθίσω.
Μούπαν ευγενικά του χρόνου να ξαναγυρίσω.
Μα σήμερα που θα πάμε αγάπη μου,
Μα σήμερα που θα πάμε;
Πήγα σε μια συγκέντρωση. Ένας ρήτορας μιλούσε κει:
"Αν τους αφήσουμε νάθρουν, θε να μας φαν το ψωμί".
Μιλούσε για μας τους δύο, αγάπη μου,
Μιλούσε για μας τους δύο.
Αντίκρυσα ένα πεκινουά με ζακέτα καρφιτσωμένη,
Είδα μια πόρτα ν' ανοίγει και μια γάτα να μπαίνει:
Κι όμως δεν ήσαν γερμανοεβραίοι, αγάπη μου,
Κι όμως δεν ήσαν γερμανοεβραίοι.
Τράβηξα στο λιμάνι και στάθηκα στην προκυμαία,
Είδα τα ψάρια να κολυμπούν ελεύθερα κι ωραία:
Μίλις δυο μέτρα μακριά μου, αγάπη μου,
Μόλις δυο μέτρα μακριά μου.
Περπάτησα στο δάσος κι είδα στα δέντρα τα πουλιά,
Δίχως πολιτικούςν να τραγουδούνε χαρωπά.
Δεν ήσαν διόλου άνθρωποι αγάπη μου,
Δεν ήσαν διόλου άνθρωποι.
Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα χιλιόροφα χτίρια,
Που είχαν χίλιες πόρτες και χίλια παραθύρια.
Μα ούτε ένα δεν ήταν δικό μας, αγάπη μου,
Μα ούτε ένα δεν ήταν δικό μας.
Στάθηκα στο χιόνι πού πεφτε, σε μια ανοιχτή πεδιάδα.
Δέκα χιλιάδες στρατιώτες βάδιζαν στην αράδα:
Ψάχναν για μας τους δύο, αγάπη μου,
Ψάχναν για μας τους δύο.
Σ.σ.
Διατήρησα την ορθογραφία και τα σημεία στίξης, όπως τα βλέπω στη μετάφραση του Κλείτου Κύρου, με εξαίρεση τον τονισμό λόγω μοντέρνου πληκτρολογίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου