Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Ποίηση/ Γιώργος Πήττας

Η Θάλασσα που θάρθει , έρχεται…..

Να είναι η βοή της λεωφόρου που με ταράζει;
Να ειναι πως ξέρω καλά , κατά που βρίσκεται η
θάλασσα;
Τα κύματα μια μέρα , θ ανέβουν, θα πνίξουν μια
μέρα τους δρόμους
Κι ολα τ ανώφελα ή θα χαθούν ή θα επιπλεύσουν
Ανόητα καθώς είναι , χωρίς βάρος.
Θα επιπλεύσουν όμοια φελλοί.
Όμοια βαλίτσες γεματες σκέψεις ανθρώπων μικρών,
δίχως το έρμα των ονείρων , δίχως οδύνη.
Κι ομως, πάλι το σκεφτομαι...
Μην αθελά μου περιφρονώ πράγματα που έχουν καποια αξία για τη ζωη;
Μα πάλι ρωτώ, γιατι θα πρέπει να υποταχτώ;
γιατί θα πρέπει να εννοώ ως ''ετσι είναι''
Το πως η τύχη μας ορίζεται
από τους πάσης φύσεως χλιαρούς κι ανύποπτους;
Απ όλους αυτους.
Στελέχη ατσαλάκωτα μιας μηχανής ανάλγητης και καλογυαλισμένης
που άλλο δεν κάνει απο το να ασελγεί
Στη Μνημη του Χρόνου μας...
Μα και στην Προφητεία του ταξιδιου μας.,,
Ναναι λοιπόν η βοή της λεωφόρου;
Ή μήπως ακούω αυτή τη θάλασσα;
Αυτη!
Τη θάλασσα που έρχεται...


Νίκη;


Κύμα το κύμα, κυματάκι.

Θάλασσα.
Πετούνε τα λευκά.
Κοίλα, με σταυρούς στην κορυφή
Το κοκκινόχωμα από κάτω, έντεκα μήνες
τις Πασχαλιές εγκυμονεί.

Η πλάτη Σου, σηκώνει το πέλαγος.
Τα μαλλιά Σου, γέρνουν στην αλμύρα αυτής της βόλτας.
Φωτογραφία μαυρόασπρη, κι όμως, όλα τα χρώματα
κι άλλα πολλά, γαλάζια, μπλε, λευκά
τυλίγουν το ξανθό κεφάλι Σου.


Σύννεφα τα σύννεφα υποχωρούν στο κόκκινο του

γέλιου Σου.

Μένει η πιστή ζακέτα, στο φιλμ, μαυρόασπρο χαρτί.


Φωτογραφία:
Ακούω τη βοή
νιώθω τον αέρα. Έρχεται.


Είναι εύκολο να πιάσεις τ’ αστέρια στο Αιγαίο.
Σέβονται τα πεύκα και τα ύφαλα
και σκύβουν το φως τους χαμηλά.


Πάνω στα βόρεια, είναι αλλιώς.
Ας πούμε, στη Σαμοθράκη.
Η Γη, βασιλεύει μονόλογη εκεί.
Συνομιλεί μόνο με τα ποτάμια
μόνο με τα γιγαντιαία κουνούπια των ελών.


Αβγά, φέτα, ελιές και ψωμί προσφέρουν πάντα οι ορεινοί.

Φρούτα, νερό, ψωμί και την ευχή τους
οι Νότιοι των κυμάτων.


Το ξέρω, απο τη φωτογραφία:
Το χαμογελο που έφυγε από τα χείλη Σου
κι αποτυπώθηκε για πάντα στο χαρτί
είναι ντυμένο στην ευχή.

Ευλογημένο.

Τις νύχτες στις αμμουδιές
φυτρώνουν οι κιθάρες
οι φωτιές
κι όμορφα κορίτσια
που δεν είναι κανενός.



Πεταλούδες ανοιξιάτικης Τζιας.
Αγριολούλουδα αγόρια
άγουρα για το καλοκαίρι
αδύναμα για το κρύο του χειμώνα.

«Ούτε του σπέρνειν ούτε του θερίζειν».

Είναι λοιπόν φορές που οι φωτογραφίες στοιχειώνουν.

Συνήθως, αυτό γίνεται βράδυ όταν τα κύματα
αφρίζουν στον εγκέφαλό σου
και εμφανίζουν τις μνήμες.

Πάει σχεδόν τέσσερις* ξημερώνει όπου να’ ναι.

Νομίζεις πως ακούς τη φωνή Της να σε φωνάζει
φεύγουν δέκα λεπτά
μέχρι να παφλάσει το δάκρυ στο μάτι σου
γιατί κατάλαβες, γιατί κατάλαβες,
πως η φωνή, η φωνή ήταν μια γάτα που’ κλαιγε
και συ στον ύπνο σου πνίγηκες σε μια σταγόνα δάκρυ
βυθίστηκες στον πάτο του πόνου σου
εκεί*
στα ναυάγια και στα σπασμένα κατάρτια
του βυθού σου
που λικνίζονται με φύκια και άμμο διαταραγμένη.


Λάσπη καφετιά, μαυρόασπρη φωτογραφία παλιά
που με το πέρασμα του χρόνου δεν κιτρίνισε
και μπήκε σ’ ένα καδράκι ακίνητη, ξεχασμένη
αγάπη που δε γεννήθηκε
μα κάθε τόσο ζωντανεύει, στοιχειώνει
σαν γάτα αγριεμένη
απο την ξαφνική πτώση ενός καπακιού σκουπιδοντενεκέ.


Περνάει ο τρόμος
μένει η στεναχώρια
κι έτσι τουλάχιστον με τη γάτα αφορμή και οδηγό
ταξιδεύεις.

Περίεργα πράγματα, ε;


ΚΥΠΡΟΣ ΧΑΛΚΟΥ
Και τι πιο χάλκινο από ένα άστρο που χάθηκε στη στάχτη.
Παντοτινά σ' αγαπούσα, μέχρι που ο χρόνος σταμάτησε
κι έγινες ένα παιδί που έχασε το δρόμο για το σπίτι.
Τι πιο θλιμένo αλήθεια απο ένα παιδί που έχασε
το δρόμο για το σπίτι;

Προσπάθησε να θυμηθείς
Βουβά ορυχεία τα σιωπηλά σου μάτια
Μα δεν μπορεί! Κάπου θα έχεις μυστικά
Κάπου θα κρύβεις μια κάποια περηφάνεια!
΄Ελα
Έλα τις καστανιές και πάλι να φιλήσεις


Να σκάψουμε το κοκκινόχωμα, βαθια να βρούμε
Θεμέλια κόκαλα για να φωτίσουμε λευκά
τόσων ετών σκοτάδι

Μονάκριβη
Τόσοι σε θέλησαν, κι εσύ δεμένη στο κρεβάτι
Ξεχνάς στον ύπνο την οδύνη

Άστρο μου, άστρο
Φως! Που χάλκεψες και γέμισες τουριστικά μπακίρια
θέλω μια σφαίρα να φυτέψω στο μάτι του πασά

Αρχαίο ψωμί που τρως!
Γεμάτο χώμα και χαλίκι
Κομμάτια πηλού το σάλιο σου
μα πως το καταπίνεις;

Κοκκίνησε ο ουρανός, με μια μισή σελήνη
Κι όσο γαλάζιο σου'μεινε ξασπρίζει στα παράλια.

Στα κύματα που κολυμπούν οι ξένοι

Στα κύματα που κολυμπούν οι ξένοι.

Και τώρα σ' αγαπώ,
και θα σ' αγαπώ, μετά το χρόνο
ακόμα κι αν ξεχάσεις, Κόρη, τ' ονομά σου:
Κύπρος.




Το ξημέρωμα της Αντιγόνης (Πέντε)


Όρθρος
και Αχαιά η στάχτη της ημίγυμνης κοιλάδας.

Καιρός τώρα, που οι καστανιές
χάθηκαν στα ορυχεία του χαλκού.

Όρθρος του ξύλου αυτός
καθώς ανοίγουν οι οφθαλμοί των δέντρων.

Όρθρος Πυρφόρος με ρυθμικό σφυρί
τείνων στο αίμα ξανά
δρεπάνια λησμονώντας στο δρόμο
ποδοβολώντας κι ερχόμενος
με το κλάμα σφιγμένο στην παλάμη
καταλήγοντας σε μια ζωή δίχως ίσκιους
κρατώντας μια διάτρητη ασπίδα
ξεσηκώνοντας άμμο, που ποτέ δε συναντήθηκε
με ανθρώπινο ιδρώτα.

Φτάνει στο τέλος:

Ναός του βάμβακα εδώ.
Με μιαν αθώα Γεθσημανή
και τα μαλλιά της λυτά ίσαμε τον ελαιώνα
Κοιμήσου πια* ξεκουράσου

Όρθρος τοκετός: Όπου να’ναι θα γεννηθείς.
Ξημερώνει.



Αντιγόνη Δύο


Κι αν σ’ αυτή την κοιλάδα τα δέντρα
φυτρώνουν ανάποδα
δείχνοντας τις ρίζες τους στον κόσμο
τι φταίμε;

Για δες τη σιωπή πώς έρχεται…
Με τη βοή τυφώνα κι ένα χαμόγελο γεμάτο
από το κλάμα που βούρκωσε χθες
μια Αντιγόνη.


Ξεχνάω αυτές τις μέρες, όλο και πιο συχνά
τα ρούχα μου, φαρδαίνουν γρήγορα
τ’ αυτιά μου πήζουν.



Δεν έχω πια νησί.
Μήτε κρατώ ραβδί μαγικό, αστέρια δε χαρίζω.

Εσύ, θυμάσαι.
Μετράς το μέλλον αντίστροφα.

Κι όμως: Ο κόσμος αλλάζει στο δάκρυ μιας Αντιγόνης.

Μιας Αντιγόνης

Αντιγόνης

Αχ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου