Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Ποίηση/ Χριστίνα Σαββατιανού

ΑΓΑΠΩ ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Αγαπώ μια πεταλούδα.
Μια μέρα δική μου μονάχα θα την έχω
Τη νύχτα θα χαθεί.

Μια πεταλούδα κίτρινη αγαπώ.
Φτερά φορτωμένα χαμόγελα παιδιάτικα.
Φτερά πλεγμένα με ηλιαχτίδες.
Φτερά που μόνο αυτή τη μια τη μέρα θα χαρώ.

Αγαπώ μια πεταλούδα,
μια πεταλούδα κόκκινη.
Κυοφορεί το πάθος του έρωτά μου η πεταλούδα μου.
Κυοφορεί τη λαχτάρα των ονείρων μου.
Κυοφορεί του πόθου μου την ορμή.
Κυοφορεί τη ρόδινη όψη της ζωής μου.
Κι όλα τούτα τη νύχτα της μιας της μέρας, θα τα πάρει μαζί της,
Θα τα κρύψει στο κουκούλι της καινούριας της ζωής.
Κι όλα τούτα μια νύχτα μονάχα τη γεύση τους θα νιώσω.

Μια πεταλούδα μπλε αγαπώ.
Ζωγραφισμένη με την οργή του πρόσκαιρου.
Ζωγραφισμένη με τη δύναμη του αδύνατου.
Ζωγραφισμένη με την ορμή των χυμών μου.
Ζωγραφισμένη με τον ουρανό της ψυχής.
Την νύχτα το σκοτάδι, τη ζωγραφιά της θα κρύψει.
Το άλλο πρωινό δε θα την ξαναβρώ.

Αγαπώ μια πεταλούδα ροζ.
Παιδιακίσια μάτια κι όνειρα τα φτερά της.
Παιδιακίσια άγνοια η μέρα του κόσμου της.
Παιδιακίσια παιχνιδίσματα το πέταγμά της.
Παιδιακίσια αφέλεια η ανάσα της.
Η νύχτα κι η ωρίμανση, σκουλήκι θα την κάνουν
Την πεταλούδα μου δε θα αντικρίσω ξανά..

Κι όμως αυτό που θάνατο μηνάει σε μένα, η νύχτα της,
Ζωή καινούρια με προοπτική είναι για κείνη,
από της φύσης τα μυστικά βγαλμένη.

Μια πεταλούδα πράσινη αγαπώ.
Ελπίδες βαμμένη η σκέψη της, ελπίδες για χαρές.
Ελπίδες φορτωμένα τα φτερά της το πέταγμα φρενάρουν.
Ελπίδες κρυμμένες στον κόρφο της χάνουν χρόνο από τη μια της μέρα.
Ελπίδες θυμάται ο νους μου στο πέταγμά της.
Κι όμως η νύχτα την ελπίδα θα την κρύψει σε κουκούλι μυστικό
Κι η πεταλούδα μου ελπίδα δεν θα μου δίνει πια.

Αγαπώ μια πεταλούδα λευκή.
Αγνάδα γιομάτα τα μάτια μου σαν των παιδιών
Αγνάδα στη σκέψη έρχεται μια μέρα μονάχα, ξεχνώ.
Αγνάδα γιομίζει το κορμί, θυσία να γενεί στου έρωτα την άκρη.
Αγνάδα φορτώνεται η μέρα κείνη η μοναχή,
Και ταξιδεύει ανέμελα σε ανέμους και λιβάδια.
Τη νύχτα η αγνάδα θα χαθεί,
Κι η πεταλούδα μου στα γκρίζα θα βαφτεί,
Αγνάδα ποτέ ξανά, αγνάδα μόνο τα παιδιά.

Αγαπώ μια πεταλούδα πολύχρωμη.
Μια μέρα μονάχα.
Μια μέρα χαρά.
Μια μέρα έρωτας.
Μια μέρα ζωή.
Και μετά, τη νύχτα θα χαθεί..

Αγαπώ μια πεταλούδα.
Μια μέρα χρόνος ολάκερος.
Μια ηλιαχτίδα δρόμος.
Μια σκιά αίσθηση βαριά
Ένα χαμόγελο από τη Φύση, ζωή.
Και μετά, τη νύχτα θα κρυφτεί.

Αγαπώ μια πεταλούδα με όλα της τα χρώματα.
Μια πεταλούδα μονάχα αγαπώ.
Ναι αλήθεια.
Την αγαπώ!

ΔΕ ΓΡΑΦΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΓΩ.
02/04/02

Δε γράφω ποιήματα εγώ, όχι δε γράφω,
Λέξεις μονάχα ξαστοχώ απ' την αλήθεια κλέβω.
Λέξεις που κάποτε έζησαν, ναι έζησαν
Στα χείλη ενός παιδιού, θυμάσαι;

Λέξεις που ερωτεύτηκαν, πόσο ερωτεύτηκαν!
Στα στήθια μιας κοπέλας τα κρινομοσχομυριστά.

Όχι δε γράφω ποιήματα εγώ, δε γράφω σου λέω.
Δάκρυα αποστεγνώνω. Κλαις;
Μην κλαις σε σκέφτομαι, ακόμα σε αγαπάω,
Μέσα στις λέξεις που 'κλεψα μαζί σου σεργιανίζω.
Μέσα στου ονείρου τη σιωπή τραγούδια φτιάχνω να σου πω.

Λέξεις μονάχα σκάρωσα έτσι για να μεθύσεις.
Λέξεις αδέσποτες ρηχές να πιάσεις να κρυφτείς.
Λέξεις αστέρια και νυχτιές φορτώνω και σου στέλνω.

Δε γράφω ποιήματα εγώ μονάχα τραγουδάω.
Λέξεις μικρές ασήμαντες, λουλούδια τις στολίζω.
Λέξεις μέσα απ την άνοιξη σου βάνω στα μαλλιά.

Δε γράφω ποιήματα εγώ. Όχι τα μουρμουρίζω.
Στων τραγουδιών το γύρισμα στη χάση της φωνής. Ακούς;
Λέξεις μονάχα αγαπώ, λέξεις χωρίς ουσία, λέξεις φτωχές.
Λέξεις που ξέρουν την καρδιά.

Δε γράφω ποιήματα εγώ. Φανάρια χάρτινα σκαρώνω.
Μες σε ποτάμια τα πετώ, σε λίμνες, σε πελάγη.
Μαζί του αναστεναγμού το ρόδι το χρυσό.
Λέξεις γιομίζω το χαρτί, αδιάφορο να μοιάζει.
Λέξεις που δεν τις πλήρωσα λέξεις που δεν ξεχνώ.

Δε γράφω ποιήματα εγώ, τις γεύσεις δοκιμάζω.
Γεύσεις που δε μολύνθηκαν στης σκέψης την βοή.
Λέξεις με γεύση αλμυρή, πικρή, χολή και ξύδι.
Λέξεις που αίμα γίνηκαν στα χείλη τα στεγνά.

Δε γράφω ποιήματα εγώ. Ποτέ μου δε θα γράψω.
Είμαι μικρός πολύ μικρός. Το θάμα δεν χωρά.
Μόνο μια λέξη έκλεψα και είπα να την ψάξω.
Σε διαστάσεις να τη δω σε χρώμα σε χροιά.

Δε γράφω ποιήματα εγώ, δεν ξέρω πως τα γράφουν
Μια μόνο λέξη κράτησα, αυτό το "Αγαπάω"

Ακούς Αγαπάω

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
27/03/02

Λογισμό το λογισμό, έφτιαξα έναν καθρέφτη.
Σκέψη τη σκέψη γίνηκε στιγμή τη στιγμή.
Μεγάλος σαν μια ολόκληρη ζωή.
Σαν μια ανάμνηση σαν μια στιγμή.
Καθρέφτη αλλόκοτο, στυγνό, καθάριο σκάρωσα.
Δεν κρίνει, δεν μιλάει, δεν τιμωρεί.
Μονάχα στέκει εκεί αμείλικτος, βουβός, με βλέμμα βλοσυρό.
Δες, κοίτα, έμπα μέσα του, τολμάς;
Στέκει μονάχα, παντού, μπροστά στα μάτια, μέσα στην ψυχή, στέκει και βλέπει.
Κάθε σου σκέψη θυμιατό την κάνει και θυσία στο φως, κάθε σου κίνηση, κι εκείνο
το βλεφάρισμα ακόμα, γράφει, καταγράφει, σφραγίζει στης αλήθειας το χρυσό
κουτί.
Έτσι βουβός ακίνητος, στέκει κι απαριθμεί, στιγμές, αιώνες, στέκει κι απαριθμεί.
Δες μέσα του, τολμάς;
Δες, είσαι εσύ αυτό που βλέπεις;
Δες, θεριό ή πρόβατο;
Δες, γεράκι ή άγγελος;
Δες, μέσα του, τολμάς;
Λογισμό το λογισμό, σκέψη τη σκέψη, έφτιαξα έναν καθρέφτη..
Κοιτάζω μέσα του
Ναι τολμώ
Εσύ τολμάς;



"ΠΑΡΕ ΜΕ"

Έλα πάρε με, μακριά από δω,
πάνω σε χάρτινη βαρκούλα
Να σεργιανίζουμε πέλαγα, χαμόγελα σπαρμένα.

Μες στου ουρανού τα' αντάριασμα,
πάνω στο μωβ του ουράνιου τόξου,
πάρε με σε μέρη φωτεινά,
χωρίς σκοτάδια και βροχές,
χωρίς το γκρίζο το μουντό.

Πάρε με, με μια πλεξούδα αγριοφράουλες,
βατόμουρα και κράνα στόλισέ με,
να με κοιτάς και καλοκαίρι να γεύονται τα μάτια σου, θερμό.

Στις μυρωδιές της πιο κόκκινης τριανταφυλλιάς επάνω πάρε με,
Να παίξουμε κυνηγητό και γαργαλητά που μου αρέσουν τόσο.

Έλα πλέξε μονοπάτια, με κείνου του αστεριού που πέφτει την τροχιά,
Και στης πεθυμιάς τα όνειρα πάρε με μια βόλτα χωρίς επιστροφή.

Πούπουλα από αγγέλων φορεσιά βάλε κι εσύ κι εγώ,
και πάρε με σε πανηγύρια ολονύχτια,
στου Διόνυσου τις συντροφιές - εσύ κι εγώ,
Αγγελούδια τα όνειρα αγνών παιδιών,
πάρε με, με αυτά να πλέξουμε αλήθειες.

Πάρε με, έλα μ' ένα πινέλο και λίγη μπογιά,
κόκκινη κίτρινη πράσινη γαλάζια,
ηδονές κι αναστενάγματα να ζωγραφίζουμε στους τοίχους.
Να γίνει η πόλη έρωτας.

Έλα κοντά με μύδια κι αχιβάδες,
κοχύλια κι αχινούς, να φτιάξουμε μεζέδες.
Πάρε με να μεθύσω απ' τη χαρά της συντροφιάς,
απόσταγμα ψυχής να με κεράσεις,
τραγούδια γελαστά να σε αντικερνώ.

Με ξύλινα τουβλάκια, παραμύθι να αρχινίσουμε
και για σοβά ένα φιλί στο στόμα για να δέσει.
Και μια σταγόνα από δροσιά της πάχνης
και μια φωτογραφία μας ασπρόμαυρη παλιά.

Πάρε με να σου φτιάχνω κινέζικα μακαρόνια
και ρύζι μυρωδάτο με χυμό απ' την καρδιά βγαλμένο.
Και για γλυκό, του γιασεμιού τα φύλλα να κερνώ.

Έλα πάρε με, παρέα στο βουνό,
τα ξωκλήσια να μετράμε
και κάθε βήμα ένα κερί στου έρωτα
και στης ψυχής το εικόνισμα, τάματα στην ελπίδα.

Πάρε με πάνω σ' ένα γαϊδουράκι,
σε πόλεις και χωριά, σε κάμπους, σε λιμάνια,
τον κόσμο να γυρίσουμε μαζί, εσύ - εγώ,
κι εκείνο το όνειρο το παιδικό.

Κουτρουβαλώντας να περάσουμε πεδιάδες και χωράφια
κι ας λέω πως φοβάμαι.
Πάρε με εσύ,
δώσε μου ένα μούσμουλο κι ο φόβος μου θα φύγει θα χαθεί.

Με μούρα και βατόμουρα μαβιά τριανταφυλλένια,
την πείνα μου να σβήσεις,
και στις σταγόνες που ξεστράτισαν στου στέρνου τις γωνιές,
πάρε με σαν παιδόπουλα, να κάνουμε βουτιές.

Του αστεριού το φέγγισμα στόλισε στα μαλλιά σου,
έλα τη νύχτα πάρε με, να πάμε εκδρομές,
σε γαλαξίες, σε τροχιές, μακριά από το γκρίζο,
μέσα στου χάους το κενό πάρε με, να με θες.

Λουλούδια από αγιόκλημα,
γιρλάντες να μου φτιάχνεις,
και στεφανάκια στα μαλλιά από λεμονανθούς.
Στης άνοιξης το ξάφνιασμα πάρε με ταξιδάκια,
εσύ - εγώ κι η μέλισσα χυμοί και ευωδιές,
κεράσματα και όνειρα, πάρε με να πάμε σε εξοχές.

Πάνω στο κύμα πάρε με,
στου δελφινιού τη ράχη,
ο άνεμος στην πλάτη μου χάδια ηδονικά,
στο στέρνο μου η ανάσα σου να σιγοτραγουδάει,
να πλατσουρίζεις στα ρηχά
κι εγώ βαρκάκια χάρτινα να στέλνω στους θεούς.

Μέσα στης μήτρας τον βυθό παλάτι να μου χτίσεις,
μην μ' εύρει η μοίρα η φτονερή και κλέψει τη ζωή.
Πάρε με εσύ στα χέρια σου κι εγώ κάστρα, προικιά θα σου χαρίσω,
σεντέφια και βιολιά,
να είσαι εσύ ο βασιλιάς, εγώ να είμ' η χαρά.

Πάρε με να, πάνω στο κλαδάκι της μυγδαλίτσας της νιας,
να γιομίσει ο κόρφος πέταλα λευκά,
να γίνει η ανάσα μου δροσιά και χάδι,
να σβήσει τη μικρούλα σου φωτιά.

Έλα πάρε με , στου χελιδονιού την φωλιά,
ζέστη να γίνω και γωνιά μικρή,
να θάλψω τα όνειρά σου,
τη νύχτα σου γιομάτη άστρια και πλανήτες,
στο όνειρο γόνιμος να γενείς

Έλα και πάρε με όπου θες



ΠΑΝΩ ΚΑΙ ΚΑΤΩ

Τα λιμάνια της ζωής κλειστά κι ο βοριάς κουλαντρίζει το τιμόνι κατά πως
πεθυμάει εκείνος.

Ο μπούσουλας τρελλάθηκε από καιρό και μόνη ψυχή ζωντανή τριγύρω, εκείνο το
κοπάδι τα δελφίνια τα σοφά, που λένε: Έλα, πριν χάσεις το νόημα. Έλα και θα
βρεις εδώ τα πάντα.

Ο Άγιος, φάντασμα άτακτο που φυσάει φεγγάρια στη ρότα σου και μπερδεύει
τους χάρτες.

Άντε να πάει λες, ας την κάνω τη βουτιά, τι έχω να χάσω… Εκείνη τη ζωή, την
έχασα σε μια στροφή, πίσω από ένα ξερονήσι κούρνιασε και κρύφτηκε φοβισμένη,
μέσα στη ξέρα ανάμεσα από δυο βράχους.

Ας πάει καλλιά της κι αυτή. Τι είχα τι έχασα.

Μάγισσα, πόρνη που μου έκλεψες τους θησαυρούς μου, βαρέθηκα να σε ψάχνω,
να σε κυνηγάω. Πήγαινε κι εσύ στον αγύριστο.

Κάποιοι, μου είπαν ότι ο Θεός τσαλαβουτάει σε μια λιμνούλα από λιωμένο χιόνι,
μαζί με μια καρδερίνα. Πρόσεξε Θεέ να μην κρυώσεις.

Πάει το καράβι, μπατάρισε κι έμεινα μόνος ανάμεσα στα δελφίνια τα σοφά που
μου λένε: στο είπαμε εμείς, δεν άκουσες.

Αμέτε κι εσείς παραπέρα, αφήστε με να πιάσω πάτο μόνος μου, δεν χρειάζομαι
άλλα λόγια.

Τώρα που χάθηκε η βάρκα, τα΄ αστέρια πήγαν πάλι στη θέση τους, κι έμεινα εγώ
εκεί στον πάτο να κοιτάω μ΄ ανοιχτό το στόμα, κι άδειο το μυαλό σαν χαζός
φεγγαροπαρμένος.

Είμαι ακόμα ζωντανός και νιώθω καθαρός πολύ, αυτούσιος, ολόκληρος,
λεύτερος, σπουδαίος…

Μήπως τούτος ο βυθός είναι η κορυφή;


Παράξενο δαιμόνιο…

3 σχόλια:

  1. Νωρίς το είδες χαχαχα! ρε τίποτα ευτυχώς που το έκανα εδώ, το refene έπεσε ηρωικά λόγω οικονομικών δυσχεριών. Φιλιά. Καλό μήνα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. τι να λέμε εντελώς νωρίς... :) σε εχασα και ανησυχώ ομως εεεεε αν δεις τουτο στειλε μια αποκριση να ειμαστε ησυχοι οτι ολα πανε καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή