Ξεκινώντας από την ποίηση της Εριφύλλης Πιερίδη, θέλω να εγκαινιάσω τις απόπειρες προσέγγισης στην ποίηση των δημιουργών του refene, όταν και όποτε είναι αυτό εφικτό. Διάλεξα να αρχίσω με την Εριφύλλη για δύο λόγους. Πρώτον, είναι η μόνη από τους παλιούς δημιουργούς που κρατάει πιστά την επαφή της με το refene, και δεύτερον, για την πορεία της γραφής της από τα πρώτα κείμενα που μας έστειλε, μέχρι τα τελευταία.
Ως γενική εντύπωση, τα ποίηματά της είτε αφορούν κοινωνικές ομάδες και προβληματισμούς, είτε τη στροφή προς τα μέσα, είναι γεμάτα από βαθιά συναισθήματα που τη συγκλονίζουν και που καταφέρνει να τα κάνει ορατά, χειροπιαστά στον αναγνώστη και ακόμα περισσότερο αναγνωρίσιμα, με έναν αξιοθαύμαστα σεμνό, όσο και χαμηλών τόνων λόγο, φορτισμένο από τις στιγμές, τις εικόνες, τους ήχους, τις μνήμες, τα όνειρα και την αγάπη. Κι αυτό το τελευταίο, η αγάπη, είναι το συναίσθημα που τελικά κυριαρχεί σε όλη της την ποίηση.
Διαβάστε αυτό.
Το τοπίο
Τόποι γιομάτοι δυνατά λιοπύρια της αγάπης
δέντρα χαμένα σην πλαγιά σ’ απέραντη αγκάλη
κύμματα ανέμων και πουλιά σαν σε θαλάσσια πλάτη
βαρκούλες μεσ’ το πέλαγο ·
κάποιοι άνθρωποι στην άκρη.
Τόποι γιομάτοι δυνατά λιοπύρια της αγάπης
δέντρα χαμένα σην πλαγιά σ’ απέραντη αγκάλη
κύμματα ανέμων και πουλιά σαν σε θαλάσσια πλάτη
βαρκούλες μεσ’ το πέλαγο ·
κάποιοι άνθρωποι στην άκρη.
Και δεν είναι μια αγάπη ασυνόδευτη, αλλά γεμάτη από τον πόνο της θύμησης, που δεν καταφέρνει παρόλα αυτά να την αποδυναμώσει. Θα μιλούσα για συναισθήματα γενναία και μεγαλόθυμα, που δεν καταφέρνουν ούτε οι απουσίες, ούτε οι όποιες προδοσίες, ούτε κι αυτός ο χρόνος να αλλιώσουν, να παραμορφώσουν στο όνομα της της ανάκαμψης, της ψυχικής της ισορροπίας, των σύγχρονων τρόπων που έχουμε εφεύρει για να κάνουμε τα μακρόβια εφήμερα, να περάσουν όλα γρήγορα από πάνω μας, να αδειάσουν από μέσα μας, για να συνεχίσουμε ακάθεκτοι και αλώβητοι το δρόμο προς τη συναισθηματική μας ανεξαρτησία. Η Εριφύλλη βουτάει στα βάθη των ποιο τρομαγμένων συναισθημάτων της και τα ρίχνει γυμνά, και αμασκάρευτα στα μάτια μας. Είναι ένας λόγος γεμάτος ειλικρινείς και συγκλονιστικές αποκαλύψεις. Ένας λόγος τίμιος που δεν εξαρτά την ύπαρξή του από το εξωτερικό του περίβλημα, αλλά από την ίδια την ουσία του. Είναι δηλαδή μια ποίηση που στάζει από το αίμα της ψυχής της. Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητη. Ακόμα περισσότερο ο λόγος που θα έπρεπε, αν υπήρχε μια γενναία παραδοχή κι από τους άλλους, η Εριφύλλη να συμπεριληφθεί ανάμεσα σε κείνους που αναφορά στο όνομά τους θα γίνεται στα κατοπινά χρόνια, γιατί ενώ τη γέννησε η εποχή της ως ποιήτρια, αυτή της γύρισε την πλάτη και διάλεξε το δρόμο της καρδιάς και της αλήθειας. Το δρόμο του προς εξαφάνιση ανθρώπινου είδους. Και όπως πολύ καλά ξέρουμε όλοι, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία. Θέλει όμως κι αγάπη. Πολύ αγάπη για τον συνάνθρωπο και για κάθε ζωντανό πλάσμα. Τρία χαρακτηριστικά δείγματα παραθέτω πιο κάτω.
1) Τα λατομεία
Στα λατομεία που βρίσκονται οι λαϊκοί εργάτες
μ΄ανεμελιά μικρού παιδιού απάνω στη δουλειά
την ώρα συλλογίζονται που θα γυρίσουν πίσω για
να γευτούν του σπιτικού τη στοργική χαρά.
Σαν απ' ανάγκη κάποτε γέρνουνε το κεφάλι και
χαλαρώνουν του φτυαριού τον έντονο ρυθμό.
Αναθυμούνται του χωριού τα δροσερά λιβάδια,
τους δρόμους, τις πλατείες του, τον αναστεναγμό,
των γιορτασιών την άμετρη χαρά ΄ μα δε θυμούνται
πιά ποτέ τη θλιβερή γαλήνη που βύθισαν τη ζωντανή και
αναρχη ζωή.
……………………………..(σ.σ. ενδεχομένως πρόκειται για απόσπασμα)
Του λατομείου σβύσανε τα λιγοστά του φώτα.
Κάποιοι αστοί κοιτάξανε τη λασπωμένη γή.
Τα σκοτεινά του άδυτα μένουνε τώρα μόνα .
Προσμένουνε των εργατών τη λατρεμένη αφή.
Στα λατομεία που βρίσκονται οι λαϊκοί εργάτες
μ΄ανεμελιά μικρού παιδιού απάνω στη δουλειά
την ώρα συλλογίζονται που θα γυρίσουν πίσω για
να γευτούν του σπιτικού τη στοργική χαρά.
Σαν απ' ανάγκη κάποτε γέρνουνε το κεφάλι και
χαλαρώνουν του φτυαριού τον έντονο ρυθμό.
Αναθυμούνται του χωριού τα δροσερά λιβάδια,
τους δρόμους, τις πλατείες του, τον αναστεναγμό,
των γιορτασιών την άμετρη χαρά ΄ μα δε θυμούνται
πιά ποτέ τη θλιβερή γαλήνη που βύθισαν τη ζωντανή και
αναρχη ζωή.
……………………………..(σ.σ. ενδεχομένως πρόκειται για απόσπασμα)
Του λατομείου σβύσανε τα λιγοστά του φώτα.
Κάποιοι αστοί κοιτάξανε τη λασπωμένη γή.
Τα σκοτεινά του άδυτα μένουνε τώρα μόνα .
Προσμένουνε των εργατών τη λατρεμένη αφή.
…………………………………….
2) Η πόλη
Η πόλη είναι να ' χεις γεννηθεί μέσα σε υπόγεια ιδρωμένα
που στάζουν μπόχα κι’ απλυσιά με λερούς τοίχους και σκισμένα
χαλιά.
Η πόλη είναι ν’ αγαπάς τους πνιγερούς δρόμους, τις λαικές
γειτονιές , τ’ αμόρφωτα παιδιά.
Βαριά λαικά τα μεσημέρια κι’ οι πατεράδες παίζουν τα
παιδιά στους κήπους ·
πατίνια στα πεζοδρόμια και γάτες που σαλεύουν στις υδροροές
για μια σταγόνα νερό.
Η πόλη είναι ν’ αγαπάς τα πάρκα με την αθωότητα των εφήβων και
την ξετσιπωσιά των γέρων, το χώμα που γεμίζει τις αισθήσεις.
Φθινόπωρο και σου πονά η ψυχή.
Γέρασες κι΄οι έρωτες σου όλοι ξεφτίλα και ρημάδι.
Η πόλη είναι να ' χεις γεννηθεί μέσα σε υπόγεια ιδρωμένα
που στάζουν μπόχα κι’ απλυσιά με λερούς τοίχους και σκισμένα
χαλιά.
Η πόλη είναι ν’ αγαπάς τους πνιγερούς δρόμους, τις λαικές
γειτονιές , τ’ αμόρφωτα παιδιά.
Βαριά λαικά τα μεσημέρια κι’ οι πατεράδες παίζουν τα
παιδιά στους κήπους ·
πατίνια στα πεζοδρόμια και γάτες που σαλεύουν στις υδροροές
για μια σταγόνα νερό.
Η πόλη είναι ν’ αγαπάς τα πάρκα με την αθωότητα των εφήβων και
την ξετσιπωσιά των γέρων, το χώμα που γεμίζει τις αισθήσεις.
Φθινόπωρο και σου πονά η ψυχή.
Γέρασες κι΄οι έρωτες σου όλοι ξεφτίλα και ρημάδι.
…………………………
3) Η Φυσικοθεραπεύτρια
Εκείνο το κορίτσι εκεί που απλώνει τα χέρια του
σε σάρκες χύμα πάνω σε κρεβάτια εκστρατείας
στα μίζερα σώματα των απαιτητικών πελατών
είναι σαν όλα τ’ άλλα .
Ενα λαϊκό κορίτσι.
Η γειτονιά του είναι οι άνθρωποι που υπνοβατούν μεσ’ την
ντροπή της μέρας και κείνα τα αθώα σχήματα στους τοίχους
είναι τα δικά της δημιουργήματα
πλασμένα από τον πηλό της μνήμης της χαμένα άλλα εκεί και
άλλα εδώ.
Εκείνο το κορίτσι εκεί που απλώνει τα χέρια του
σε σάρκες χύμα πάνω σε κρεβάτια εκστρατείας
στα μίζερα σώματα των απαιτητικών πελατών
είναι σαν όλα τ’ άλλα .
Ενα λαϊκό κορίτσι.
Η γειτονιά του είναι οι άνθρωποι που υπνοβατούν μεσ’ την
ντροπή της μέρας και κείνα τα αθώα σχήματα στους τοίχους
είναι τα δικά της δημιουργήματα
πλασμένα από τον πηλό της μνήμης της χαμένα άλλα εκεί και
άλλα εδώ.
...............................................................................
Και ελεύθερος τελικά, είναι αυτός που είναι σε θέση να επιλέξει τα δεσμά του.
1)
Αυτοέλεγχος
Από βραδύς ως τα’ άλλο πρωί εφευρίσκω λόγους και πρακτικές
να είμαι μακριά σου.
Αυτό θα πεί αυτοσυγκράτηση και αυτοέλεγχος.
Ζωές να λαχταράς και ζωές να μην έχεις……
………………………..
2)
Το ξέρει. Μ’ έχασε για πάντα.
Οριστικά κι’ αμετάκλητα…..
Τις ψυχές δεν τις τραβάνε με το ζόρι
στο χορό του θανάτου.
Από μόνες τους λυγάνε και πηγαίνουνε….
Οριστικά κι’ αμετάκλητα…..
Τις ψυχές δεν τις τραβάνε με το ζόρι
στο χορό του θανάτου.
Από μόνες τους λυγάνε και πηγαίνουνε….
……………………….
3)
Η παραίσθηση
Πέρασα μέρες πολλές να σκέφτομαι για να
θεριέψω την ηδονή μου σε δυό αράδες γράμματα.
Μικρός ο κόσμος και απέραντος σαν μία παραίσθηση
Πέρασα μέρες πολλές να σκέφτομαι για να
θεριέψω την ηδονή μου σε δυό αράδες γράμματα.
Μικρός ο κόσμος και απέραντος σαν μία παραίσθηση
…………………………….
Στα τελευταία ποιήματα της Εριφύλλης, μπορεί κανείς να διακρίνει μια ακόμα μεγαλύτερη στροφή προς τα μέσα της, όπου πλέον δείχνει να έχει αφήσει πίσω της κάθε αμφιβολία για το πόσο άγονη, κουραστική και εν τέλει ευνουχιστική για τον κάθε άνθρωπο είναι η παραμικρή προσπάθεια να αποδεχτεί τους όρους, τους θεσμούς και τα ταμπού, που του επιβάλει αυτή η υποκριτική κοινωνία, για να μπορεί η ίδια να βαυκαλίζεται μέσα στα ψεματά της. Και πάλι με τους χαμηλούς της τόνους, και πάλι με τη γυμνή της αλήθεια, η ποιήτρια ρίχνει το γάντι σε κάθε αμετανόητο και ανυποψίαστο σκληροπυρηνικό καθωσπρεπιστή, μιλώντας πάντα με τη γλώσσα της καρδιάς.
Δεν μου φτάνουν δυο ή και τρεις ζωές για να σε γνωρίσω…
Στο πρώτο μισό του αιώνα ξεκινήσαμε να ξετυλίγουμε την άβυσσο ….
χώμα ψιλό της ερήμου που φέραμε από προηγούμενες ζωές …
Δεν προλάβαμε να καταλάβουμε από πού κρατάει η σκούφια μας …
Ποιο μέρος του σύμπαντος μας είχε ξεναγήσει στη στοργική του αγκαλιά •
εμείς οι αρχέγονοι άνθρωποι των παλαιών σπηλαίων πως βρεθήκαμε τώρα να ζούμε εδώ..
αφού όταν σ’ αγγίζω τα χέρια μου σκληραίνουν, γίνονται μπράτσα στιβαρά του πιο σκληρού πρωτόγονου, όπλα κυνηγού που λαχταρούν το θήραμα
να το κατασπαράξουν…
κι’ εσύ είσαι όμοια υποταγμένη ελαφίνα που δέχεται με στωικότητα
τη συντριβή…
Κι’ όμως ζήσαμε σε τούτα δω τα μέρη πριν χιλιάδες ζωές …
οι πρόγονοι σου κι’ οι πρόγονοι μου προετοίμαζαν τη στιγμή
απρόσμενα να σε συναντήσω κι’ απρόσμενα να αγαπηθούμε …
στα βάθη των επόμενων χιλιετιών …
Στο πρώτο μισό του αιώνα ξεκινήσαμε να ξετυλίγουμε την άβυσσο ….
χώμα ψιλό της ερήμου που φέραμε από προηγούμενες ζωές …
Δεν προλάβαμε να καταλάβουμε από πού κρατάει η σκούφια μας …
Ποιο μέρος του σύμπαντος μας είχε ξεναγήσει στη στοργική του αγκαλιά •
εμείς οι αρχέγονοι άνθρωποι των παλαιών σπηλαίων πως βρεθήκαμε τώρα να ζούμε εδώ..
αφού όταν σ’ αγγίζω τα χέρια μου σκληραίνουν, γίνονται μπράτσα στιβαρά του πιο σκληρού πρωτόγονου, όπλα κυνηγού που λαχταρούν το θήραμα
να το κατασπαράξουν…
κι’ εσύ είσαι όμοια υποταγμένη ελαφίνα που δέχεται με στωικότητα
τη συντριβή…
Κι’ όμως ζήσαμε σε τούτα δω τα μέρη πριν χιλιάδες ζωές …
οι πρόγονοι σου κι’ οι πρόγονοι μου προετοίμαζαν τη στιγμή
απρόσμενα να σε συναντήσω κι’ απρόσμενα να αγαπηθούμε …
στα βάθη των επόμενων χιλιετιών …
Θα μπορούσα σελίδες επί σελίδων να γεμίσω με τις σκέψεις μου για την ποίηση αυτού του κοριτσιού. Κορίτσι, γυναίκα, άνθρωπος, που τόσο πολύ συντρίβεται από τον πόνο των πραγμάτων και τόσο πολύ σαν νύμφη ξαναβγαίνει από το κουκούλι της, για να μας χαρίσει με αυτά τα μοναδικά και γεμάτα λυρισμό ποιήματά της, τρυφερά θλιμμένα χαμόγελα. Και είναι τάχα μόνο αυτά; Ή και η μυστική δύναμη που κάνει τον άνθρωπο ικανό όχι μόνο να αντέχει την ασχήμια, αλλά και να την ποτίζει με την ομορφιά της ψυχής, αλλάζοντας την υφή και την όψη της; Και αυτό είναι κάτι που οι πολλοί από μας, αν όχι όλοι, το έχουμε ανάγκη και όχι, όλοι δεν έχουμε τον τρόπο. Τον έχουν οι ποιητές. Τον έχει η Εριφύλλη. Δικιά σας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου