Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

η πιο κουραστική μέρα

Σπάνια κοιμάμαι τα μεσημέρια. Για να ακριβολογήσω, ποτέ δεν κοιμάμαι τα μεσημέρια. Γι' αυτό παραξενεύτηκα σήμερα όχι μόνο που κοιμήθηκα, αλλά που έπεσα ξερή και βυθίστηκα για πέντε ολόκληρες ώρες. Και όταν ήρθε ο φίλος μου ο Αντώνης να με δει, εγώ δεν μπορούσα να ξυπνήσω κι ας έλεγα μέσα μου πως πρέπει να το κάνω, διότι έχω να τον δω πάνω από οκτώ μήνες και είναι γαιδουριά να τον αφήσω να φύγει χωρίς να με δει. Ρε δεν πα να έλεγα. Το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να του φωνάξω μέσα από το δωμάτιο. "-Ακούω τη φωνή σου; είσαι εσύ; τι λες θα έρθεις πάλι αύριο; οκ. Έλα πάλι αύριο. Να πάμε για καφέ". Και μετά ξερή πάλι. Τέτοιο ρεζίλι. Και δεν είχα και την πιο δύσκολη μέρα, συγκριτικά με άλλες. Δεν δούλεψα 18 ώρες, μόνο τέσσερις. Δεν έτρεξα στις δημόσιες υπηρεσίες, αυτό θα το κάνω τη Δευτέρα. Δεν πήγα για ψώνια παρά μόνο για μισό κιλό κιμά. Και δεν έκανα δουλειές στο σπίτι παρά μόνο μια μακαρονάδα έφτιαξα και δυο τρία πιάτα έπλυνα. Τι στο διάολο, σκεπτόμουν μέχρι και πριν από μισή ώρα. Και ξαφνικά άστραψε το φλας.
Το πιο κουραστικό πράγμα που μπορεί να σου τύχει, είναι να παραβρεθείς σε κηδεία. Όχι σε μια οποιαδήποτε κηδεία ενός απλού γνωστού. Σε κηδεία προσώπου αγαπητού.. Ακόμα περισσότερο, όταν συνειδητοποιείς πως στην κηδεία αυτή ανακαλύπτεις ότι μεγάλωσες δραματικά. Βλέπεις τα ξαδέλφια σου και τα παιδιά τους και τα παιδιά των παιδιών τους.
Ο θείος μέσα στην κάσα έχει κι αυτός ένα παιδί κι ένα μικρό εγγόνι.
Ο θείος σφύριζε στο καναρίνι προκαλώντας το να τραγουδήσει και το καναρίνι του μιλούσε και ανταγωνιζόταν το σφυριγμά του. Κι εγώ έτρεχα από πίσω του όπου πήγαινε για να του τραβήξω την προσοχή, γιατί ήταν ένας νέος και τσαχπίνης και χαρούμενος θείος που έμενε με τη γιαγιά. Ο τελευταίος που έμενε με τη γιαγιά, οι άλλοι είχαν παντρευτεί και φτιάξει τις οικογενειές τους. Και η γιαγιά με είχε πάρει στο σπίτι της για μερικές μέρες επειδή οι γονείς μου πήγαν σε ένα ταξίδι. Και τη βαριόμουν πολύ. Δεν μου μιλούσε, δεν έπαιζε μαζί μου, δεν με άφηνε να σκαλίζω τα πραγματά της, δεν γελούσε ποτέ, δεν με αγκάλιαζε. Μόνο μου μαγείρευε και με πήγαινε κανένα σινεμά να δούμε και να ξαναδούμε τον Ξανθόπουλο και μου έδωσε κι ένα φιδάκι λαστιχένιο που με αυτό έπαιζα στην αυλή. Το έκρυβα μέσα στα χόρτα και μετά έκανα ότι πατούσα πάνω του κι ότι αυτό με τσιμπούσε. Και σκλήριζα για να ακούω τη φωνή μου.
Και η αυλή είχε έναν πανύψηλο φράκτη και μια πανήψυλη σιδερένια πόρτα. Δεν μπορούσα να βγω έξω. Και ούτε παιδιά περνούσαν απέξω ούτε καν γάτες. Καθόμουν με το πρόσωπο περασμένο ανάμεσα στα κάγκελα αυτής της πόρτας και κοιτούσα έναν έρημο δρόμο. Ώρες. Όσες έλειπε ο θείος. Κι όταν άκουγα βήματα να πλησιάζουν τέντωνα το λαιμό μου πολύ για να καταφέρω να τον δω. Κι όταν διαπίστωνα πως ήταν αυτός, ξαφνικά ο κήπος της γιαγιάς άρχισε να μυρίζει όμορφα και όλα μέσα του ήταν όμορφα. Και το πουλάκι τραγουδούσε και ο θείος το ίδιο και με έβαζε πάνω στους ώμους του και με έτρεχε στον κήπο. Και μετά με γαργαλούσε και μου μάθαινε να σφυρίζω. Και κάπως έτσι άντεξα αυτές τις πολύ πληκτικές μέρες στο σπίτι της γιαγιάς. Που είχε χάσει δυο παιδιά στον πόλεμο και βρέθηκε να μεγαλώνει μόνη της άλλα επτά. Κι όταν  γύρισαν οι γονείς μου και με πήραν, καθόλου δεν λυπήθηκα. Έκανα τρελές χαρές και η μάνα μου της είπε, "-Γιατί κάνει έτσι το παιδί μάνα; μπας το τρόμαξες;" Και η καημένη η γιαγιά που σε άλλες φάσεις μου είχε δείξει την αυστηροτητά της επιδεικνύοντας μου ένα σχοινί, πως με αυτό θα με κρεμάσει από το παράθυρο αν δεν είμαι ήσυχη, δεν μπορούσε να την πείσει ότι ούτε με φοβέρισε αυτή τη φορά ούτε τίποτα. Και σινεμά με πήγαινε και φιδάκι μου έδωσε για να παίζω και ο θείος ο Μαρίνος με έκανε και γελούσα όταν ερχόταν. Κι εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα. Ούτε την κακόκεφή γιαγιά που με ρώταγε συνέχεια αν χόρτασα κι αν θέλω να μου βάλει κι άλλο φαγητό, ούτε τη μάνα μου, που με φιλούσε κι έκλαιγε λες και είχε να με δει δέκα χρόνια, αφού με άφησε στη γιαγιά έναν αιώνα. Ο μόνος που καταλάβαινα ήταν ο θείος ο Μαρίνος με το σφύριγμά του και τα βήματα του χασάπικου που μου δίδαξε.
Και μετά πέρασε ο καιρός και ήρθε η στιγμή που και αυτός θα έφτιαχνε τη δική του οικογένεια. Η γιαγιά από τότε και μετά θα έμενε τελείως μόνη της και οι ελάχιστες φορές που χαμογέλασε θα ξεχνιόντουσαν κι αυτές. Εγώ από τότε και μετά μέχρι και σήμερα, θα είχα μια φωτογραφία πάντα στο σπίτι μου. Είτε εργένης ήμουν, είτε παντρεμένη με παιδί. Με όμορφο φουντωτό, λευκό φουστανάκι μου, τα λευκά μου παπούτσια και τα λευκά μου σοσόνια, κι ένα στεφανάκι από ψεύτικα μαργαριτάρια στο κεφάλι και με τον αδελφό μου δίπλα μου, ντυμένο με ναυτικό κουστουμάκι, γεμάτη καμάρι στο φωτογραφείο που πήγαμε μετά το γάμο. Και σήμερα αυτό το παρανυφάκι έβλεπε τα ανίψια και τα παιδιά των ανιψιών του. Και η άλλοτε νύψη θεία Μαρία, σε απόλυτη κατάρρρευση με τη φωνή της χαμένη. Κι εγώ που ήθελα τις άσπρες μαργαρίτες που μου θύμιζαν τη μέρα του γάμου τους. Και η χαμένη η λουλουδού που τις πούλαγε δέκα ευρώ το ματσάκι. Και το παιδί του θείου του Μαρίνου που δεν έχω δει για τριάντα χρόνια, ο τυχερός που τον είδε άπειρες φορές να χορεύει χασάπικο με τη θεία τη Σταυρούλα και να σφυρίζει στο καναρίνι του. Και οι θείοι όσοι απέμειναν από τους επτά, και ο σπαραγμός της μάνας μου  στο τηλέφωνο που φροντίζει τον σχεδόν κατάκοιτο πατέρα μου και δεν μπόρεσε και δεν την αφήσαμε να έρθει.  Κι ένας αποχαιρετισμός. Από όλους προς τον ένα κι από μένα προς όλους. Να τους κοιτάζεις μέσα στα μάτια και να σκέπτεσαι πως είναι σαν τη ρώσικη ρουλέτα. Σαν να περπατάς στη μακριά σου πορεία και να ξεφτάει το φουστανάκι το άσπρο ολοένα, να πέφτουν τα μαργαριτάρια από το κεφάλι σου ένα ένα, σε κάθε νέο θάνατο, σε κάθε τελευταία συνάντηση. Κι ένας πούστικος καφές χωρίς τσιγάρο.Κι ένας δρόμος έρημος χωρίς παρηγοριά.
Ποτέ δεν κοιμάμαι τα μεσημέρια. Δεν είναι για να χάνεις λεπτό από αυτή τη ζωή. Αλλά σήμερα έπεσα ξερή και να πεις ότι ήμουν και αυτή που έσκαβε...

Καλό ταξίδι θείε Μαρίνο.
Καλή δύναμη αγαπημένοι μου.

3 σχόλια:

  1. Δεν ήταν κούραση,ήταν λύπη για όλες εκείνες
    τις στιγμές που χάθηκαν,για αυτά που δεν έγιναν.
    Τα άσπρα φουστανάκια γίνονται σιγά σιγά γκρίζα...
    Όλο σου το είναι έσπρωχνε με βία το φέρετρο πίσω
    και γατζωνόταν με αγωνία σε γλυκές αναμνήσεις
    μιάς περασμένης ζωής...
    Μερικές φορές είναι προτιμότερο να παίζουμε άμυνα.Αφήσου...Δώσε σ΄εκείνες τις στιγμές την αξία τους.Κλείσε τα μάτια και περίμενε με το μουτράκι περασμένο στα κάγκελα του φράχτη εκείνο
    το σφύριγμα,όσο εσύ το θυμάσαι κανενα χώμα δεν θα στο πάρει.Ακου....
    Γαρούφω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κάθε φορά νομίζεις πως αυτή, είναι που στοιχίζει περισσότερο από τις άλλες. Στην πραγματικότητα είναι όλες το ίδιο. Χάνονται τα πρόσωπα, ξεφτάει το φουστάνι, μέχρι να μείνεις γυμνή απέναντι στην αιωνιότητα. Φιλιά Γαρούφω μου. Το είδα από χθες το ποίημα αλλά ήμουν αλλού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή