Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Ποίηση/ Γιάννης Ζαφείρης




 Γεννημένος στη Μυροβόλο του Αιγαίου.
Ξεκίνησε μαζεύοντας πέτρες από τους γιαλούς μέχρι που αισθάνθηκε ότι το βάρος τους τον πλάκωσαν, ασχολήθηκε στη συνέχεια με άλλες ελαφρύτερες συλλογές, όπως χαρτοπετσέτες, πεταλούδες γραμματόσημα κλπ. και κατέληξε να μαζεύει ιδέες, σκέψεις, στίχους και άλλα πολλά, που αποτελούν και τη μόνιμη αρρώστια του.
Η ασθένεια  έγινε τρόπος ζωής.
Ο γνωστοί του συγκαταβατικά τον ανέχονται, όταν ευθαρσώς τη διατυπώνει είτε στα χαρτιά είτε στο θεατρικό σανίδι.
Δεν ψάχνει για αντίδοτα, παρά μόνο για συνταξιδιώτες με γερο ανοσοποιητικό σύστημα.
Οι συνταξιδιώτες λοιπόν, το καλό κρασί, οι πίκρες, το κλάμα οι χαρές, και οι μυρωδιές της λατρεμένης Χίου ρευστοποιούνται, και μεταμορφώνονται σε πετρέλαιο να κάψει η μηχανή των ταξιδιών 


ΣΕ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΥΨΗ
Αν καταφέρουμε σε τούτο το μέρος, 
να βρούμε μια σκιά να μας χωρέσει,
ένα πεύκο, μια λίμνη, 
αν χτίσουμε Παρθενώνες
με κολώνες που να μας εκτινάζουν στα ύψη,
αν μπορέσουμε να μυρίσουμε όλες τις γύρες των λουλουδιών,
χωρίς να τις μπερδέψουμε,
αν μάθουμε να απολογούμαστε, τις φορές που πρέπει…
τότε… ίσως ακούσουμε τα τραγούδια των αγγέλων....
τις τυμπανοκρουσίες μιας θεϊκής φιέστας,
τότε, ίσως δούμε τα φτερά μας που ανοίγονται,
αυτό το λίγο χρόνο, πριν πετάξουν μακριά από τα σώματα μας… 



ΕΝΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
Γεννήθηκες ένα σούρουπο Καλοκαιρινό,
την ώρα που έκλαιγε τη μαστίχη του ο θάμνος
στο ασπρόχωμα με τα υπόλοιπα κρύσταλλα των σχίνων.
Η πρώτη σου ανάσα, κάθονταν οκλαδόν, με ρακή και τσιγάρο,
πάνω στο κρεβάτι που όριζε το τέλος του Αιγαίου,
με την αρχή του Λυβικού.
Τα δύο Θαλασσένια άκρα,
δεμένα κόμπο στη μέση, ποδιά,
προστατέβαν τα άσπρα λινά ρούχα,
από τις χειμωνιάτικες μαύρες αστραπές της πίκρας.
Με τόσους επικίνδυνους ελιγμούς, σε δυό πελάη,
και με ανασφάλιστα σκαριά ,
ποιος θα πίστευε ότι τα χειρότερα ναυάγια, γίνονται στις στεριές;
Η μοίρα των κυνηγημένων διδάσκει. . . .
Και από τότε οι αιώνες, περνούν κάθε μέρα..


ΕΥΑ
Είναι παράξενες οι γυναίκες
Παράξενα λόγια, βαμμένες βλεφαρίδες, ανορθόδοξοι έρωτες…
Οι στροφές των ιδεών τους, θυμίζουν το τελείωμα ενός ιππόκαμπου
Είναι παράξενες οι γυναίκες, και τα νερά βαθιά.
Προκλήσεις, πνιγμοί, σπανίως σωτηρίες
Πεδιάδες αισθημάτων, βουνά απογοήτευσης….
Ένα μακροβούτι, η κοινή μας σκέψη….μια ασφυξία το αποτέλεσμα
πως καταφέρνουμε αλήθεια, και βγαίνουμε ζωντανοί;
ποιος θεός ελέγχει όσα κάνουμε, και δεν κάνουμε
ποιος προλαβαίνει τους αφανισμούς, και ποιος μας δωρίζει νέες ζωές;
Είναι παράξενες οι γυναίκες,
και εμείς τα μήλα στα χέρια τους,
κάθε μας επαφή μαζί τους, είναι οι δαγκωματιές,
που μετρούμε στο τέλος, στα κορμιά μας.


ΓΕΦΥΡΕΣ
Η σκουριά
Το πληκτικό της χρώμα … σκούρο.
 Χαλασμένο νίκελ.
Οι ξεφτισμένοι μεταλόξανθοι χρωματισμοί
αναστάτωναν το οξειδωμένο σου βλέμμα,
κάθε που προσπαθούσαν τα μάτια μου
 να ακουμπήσουν το κορμί σου...
...
Έπειτα, ακολουθούσε εκείνη η στριγγλιά
από το τραίνο που περνούσε δαιμονισμένα κάτω από τις γέφυρες
και τις ακάλυπτες διαβάσεις των πλαστικών μου ονείρων
Τα όνειρα ανέκαθεν  μεταμορφώνονταν σε εφιαλτικούς ωκεανούς
όμως κατάφερναν  να πνίξουν κάθε θέληση
και κάθε προσπάθεια να σε φτάσω.
Ζήτα ότι θες.
Θέλεις να ξαπλώσω στις γραμμές σου
να γίνεις αιώνιο σημάδι;
(στην Εύα)



ΟΙ ΦΑΣΟΥΛΗΔΕΣ (Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα)
Οι πατούσες μυρμηγκιάζουν, όταν τα μάτια τους συναντώνται
και ενώνουν το μπαλκόνι της με τη μικρή πλατεία…
Στον αγέρα πάν της αγάπης οι στεναγμοί, τα κορμιά από πλούσια δέντρα, φυλλορροούν
σε λάθος εποχή, και γεμίζουν την πλατεία με τόσα φύλλα,
όσα είναι και τα αστέρια που υπομονετικά συντροφεύουν τα φεγγάρια του Lorca.
Οι έρωτες αρχίζουν να γαζώνουν τις καρδιές,
με τον ίδιο τρόπο που η βελόνα της Ρόζίτας 
κεντά την αγάπη της,
σε εκείνο το ετοιμοπώλητο από τον πατέρα της μαντήλι…
Κάποτε οι αντίζηλοι εξαφανίζονται, οι συνομωσίες τσακίζονται
στο Σικελιανό κρασί, τα μάγια λύνονται, σε ένα διαρκές φλαμέγκο τρέλας,
και τα πατρικά συμφέροντα, αφανίζονται στους αφρούς μιάς Ισπανικής παραλίας,
Τώρα, ο αγέρας των τσιγγάνων παύει να σκορπά φύλλα…
μόνο σπρώχνει σύννεφα ντυμένα στα άσπρα, να βαπτίσουν το δίκαιο… 


ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ
Έκλεψες τα σημεία του ορίζοντα
και λάξεψες τα δικά σου. . .
επινόησες νέους Αγγέλους,
κρέμασες τα Εντελβάϊς που σε μάγεψαν
στο βράχο που σφυροκόπησες.
Σκάλισες πάνω του μια σπηλιά τόσο μεγάλη
όσο χρειάζεται να στριμωχθεί
ο όγκος της μοναξιάς σου, Φιλοκτήτη.
Φιλοκτήτη. . .
. . . μοναδικό ον. . . άρρωστο. . . παρατημένο,
σφυρίζει στους αέρες τις πανίσχυρές του σαϊτες,
όμως . . . δεν υπάρχει Πάρις, για να λαβωθεί σε τούτο τον κόσμο.
ΜΑΝΑΓΡΟ
Κάποτε αμφιβάλλω. . .
αν υπήρξε κάποιος από τους δυό μας,
μετά κρύβομαι κάτω από τις πέτρες
που βρέχονται με νερό, για να γυαλίζουν, -εδώ και χρόνια-
σε εκείνη τη γυάλα με τα κοχύλια, και τα άλλα μαζέματα.
Tα είχαν ζηλέψει τα μάτια σου, πριν τα κάνουν δικά τους.
Το ιώδες της γυάλας παραμένει..
. . . να ποτίζει μεθύσια και να γεύει. . .
Ένας λειψός πορτοκαλένιος αστερίας,
με τρεις μονάχα κορυφές,
θυμίζει τα τρία φιλιά,
που σου είχα ζωγραφίσει στα χείλη. . .



ΝΥΧΤΩΔΙΕΣ
Τα κορμιά που μας δόθηκαν κάποτε
δεν τα κοιμηθήκαμε όπως έπρεπε…
τις ουράνιες μουσικές δεν τις απολαύσαμε όσο έπρεπε,
μήτε αφεθήκαμε στα ακούσματα των σειρήνων
μόνο μερικά φάλτσα στροβιλίζουν στα αυτιά μας
Τα περισσότερα τα ξεχάσαμε ξαφνικά σε ένα μας γύρισμα
πλακώσαμε στον ύπνο μας, το ίδιο μας το παιδί,
και με πονηρία, ζητάμε από βασιλείς 
να μας χαρίσουν του άλλου…
περάσαμε τις συμπληγάδες μας , τις κάναμε πέτρες
και ούτε ένα πούπουλο δεν έφυγε από την ουρά μας...
γιατί πολύ απλά, δεν είχαμε ποτέ φτερά.....
και γιατί ήμασταν μέσα στο φως, βαθιά νυχτωμένοι........


ΣΑΜ, ΗΩΖ ...Η
Αφορισμένοι. . . εγκαταλείπουμε κάθε ιδανικό. . .
Οι ελπίδες γίνονται ρουτίνα. . .
ζούμε τα άφταστα του παρελθόντος
. . . καβαλάμε τα καλάμια μας
και ψωνιζόμαστε σε στρατοσφαιρικά ύψη.
Τα λιοντάρια των Πάλαι ποτέ αρένων,
τώρα ζεματούν τις γούνες τους,
σαν πηδούν μέσα από τα πύρινα στεφάνια του τσίρκου μας,
στη θέση τους ουρλιάζουμε εμείς. . .
Τα χωμάτινα κάστρα που βούλιαξαν
την εποχή της παιδικής μας αφέλειας,
μας πλάκωσαν. . .
και τα σινιάλα -των κρεμασμένων στο λαιμό-
σφυριχτρών της σωτηρίας μας, δεν ακούγονται.
Προσπαθούμε να χτίσουμε νέα κάστρα,
επενδύουμε στον πλούτο της φτώχιας μας,
και στην ψευδαίσθηση της αφανούς επιτυχίας μας,
όμως το βάθος του αναθέματος, είναι το ίδιο για όλους. . . .


ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΣΤΑ ΣΤΗΘΗ
Είναι ικανή μια σταγόνα ιδρώτα
να κουρσεύει βασανιστικά, τη μνήμη μέσα στους χρόνους;
Ριγόμουν, όσο κρατούσε το κύλισμα της πάνω στο στήθος που τη γέννησε
εκείνο με τις δυό μικρές ελιές, που στάθηκαν για λίγο εμπόδιο στη διαδρομή
έως που έσβησα μαζί της πάνω στο σεντόνι του έρωτα 
της στιγμής
Αρμέγω μυρωδιές, και καίγομαι από τις ανατριχίλες 
των αγγιγμάτων,
λες κάποιος να τα σκάλισε με καλά τροχισμένα καλέμια
και τα μοίρασε στις βασικές αισθήσεις,
τα έκανε πόνο, λησμονιά, ανάγκη, καημούς, τσούξιμο…
και ύστερα τα άφησε, και έφυγε….
Τότε ήταν που έπαψα να μειδιώ,
με όσους πνίγονται σε μια σταγόνα… 


Ο Ζεϊμπέκικος
Τα τραγουδήσαμε όλα.
Γνωστά και άγνωστα, όλα τα είπαμε.
Τα έμαθαν και μερικοί καινούριοι -
που και εκείνοι θα τα πουν με τη σειρά τους σε άλλους. . .
Σκυταλοδρομία στίχων, μουσικών στο χρόνο.
Εμείς. . .μεσάζοντες με αλκοόλ στις φλέβες,
χορεύουμε τούτη τη βραδιά, το χρόνο πάνω στους δείκτες,
όπως χορεύει
το ζαλισμένο αίμα μας μέσα στα σώματα μας.
Πόση ζάλη, θα αισθάνονται οι ασώματοι που μας ακούν και θυμούνται;
Οι από πάνω απολαμβάνουν χωρίς μεσοτοιχίες και χωμάτινα εμπόδια.
Για τους από κάτω λένε, ότι πρέπει να τραγουδάς πιο δυνατά.
Λένε ακόμη, ότι τους γνέφεις μέσα από το ζεϊμπέκικο
και τους ξυπνάς
όταν χτυπάς τα χέρια δυνατά στη γη.
Αυτός είναι και ο λόγος που κοιτάς πάντα προς τα κάτω.
Με ανοιχτές αγκάλες γυρίζεις γύρω από τον εαυτό σου, και τους καλείς.
Εκείνοι μετά, αφήνουν τις δυνατές φωτιές της τιμωρίας τους,
και γεννούν μεταθανάτια δάκρυα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου