Σαν Φάντασμα
Σαν φάντασμα ζητώ την νύχτα που θα υλοποιήσει το μύθο σε πραγματικότητα.
Θέλω να σε κρατήσω μα εσύ γλιστράς στις χαραμάδες των δακτύλων μου. Ποιος άραγε μπορεί να φυλακίσει την σταγόνα της βροχής;Σαν φάντασμα ζητώ την νύχτα που θα υλοποιήσει το μύθο σε πραγματικότητα.
Ένιωσα την σπίθα στα μάτια σου και ας τρέφομαι απ’ τα φιλιά της πεταλούδας.
Βάζω φτερά για να πετάξουμε ψηλά, και γίνομαι μυρμήγκι για να εισχωρήσω στις πιο απίθανες στοές του μυαλού σου.
Πάντα θ’ αναζητώ, πάντα θα βρίσκω, πάντα θα χάνω.
Έτσι είμαι εγώ γιατί τρέχω με τα όνειρα που θυμάμαι όταν ξυπνάω.
Αλήθεια, τι γυρεύεις στο στήθος μου και στο χαμόγελο μου;
Ψυχή μου γύρνα πίσω
Το αστρικό πανηγύρι φυλακισμένο στην μνήμη, αποδρά
μόνο στα όνειρα μας.
Είμαστε μεταλλαγμένα όντα που μοιάζουν με άνθρωπο,Το αστρικό πανηγύρι φυλακισμένο στην μνήμη, αποδρά
μόνο στα όνειρα μας.
μόνο στην όψη.
Τα παιδιά πεθαίνουν μόλις γεννηθούν και μεγαλώνοντας γίνονται άψυχα σώματα.
Οι ιδανικοί αυτόχειρες στο όνομα της εξέλιξης.
Ψυχή μου γύρνα πίσω.
Ντρέπομαι να την φωνάξω δυνατά,
γιατί έχω ξεχάσει το όνομα της.
Πως θα την βρω μέσα στην αδράνεια;
Πως θα δράσω αν κάθε μου κίνηση με αλλοιώνει;
Που πήγε η λάμψη από τα μάτια μας;
Καχύποπτα μελαγχολικά γεροντάκια,
που τρομάζουν στο φως είμαστε.
Αν βάλω φωτιά στο σπίτι σου θα βάλεις στο δικό μου;
Αν βάλω φωτιά στην γη θα βάλεις στον ουρανό;
Ο κόσμος μαραίνεται θέλει τροφή για όνειρα.
Η ευλογημένη περιπέτεια έχει αργήσει πολύ να έρθει.
Ο σοφός
Αν φορούσες τα κόκκινα πέπλα, θα ήσουν η φωτιά.
Αν κοιτούσες στα μάτια τον Ήλιο, θα ήσουν η καρδιά.
Και εγώ τυφλός από το πολύ φως,Αν φορούσες τα κόκκινα πέπλα, θα ήσουν η φωτιά.
Αν κοιτούσες στα μάτια τον Ήλιο, θα ήσουν η καρδιά.
έψαξα να βρω κείνο τον σοφό τον μοναχό.
Όπως πέταγες φλόγες εμπρός σου,
είδες την βροχή των λουλουδιών,
θυσία ευλογημένων στον χορό.
Όπως δόξαζες τις αρετές σου,
μπήκες στο κενό και τρόμαξες,
και το άρωμά σου στόλισε το άπειρο συμπόσιο.
Και εγώ ο τυφλός ήμουν σιωπηλός,
και ένιωθα τις εποχές που αλλάζει κρύσταλλο ο ουρανός.
Νύφη στον Θεό που γέρασε δώσε ευωδιά,
και φουσκοθαλασσιά από παιδιά.
Να ο σοφός που έψαχνα,
είναι η μέλισσα για τον ανθό,
μια φλογέρα που παίζει στον ποταμό.
Κλείσε τα μάτια κι είσαι
Άκου την νύχτα, κλείσε, κλείσε τα μάτια κι είσαι
σ’ ένα λιβάδι με ινδιάνικες ψυχές.
Φίλα την γη και νιώσε, νιώσε ζωή και δώσε,Άκου την νύχτα, κλείσε, κλείσε τα μάτια κι είσαι
σ’ ένα λιβάδι με ινδιάνικες ψυχές.
είναι αθάνατες οι αρχαίες προσευχές.
Από τα μάγια λύσου, σιγά- σιγά θυμήσου, πως είσαι ελεύθερος, πως ήσουν κι από χθες.
Άνοιξε όλες τις πύλες, να μπουν οι ηλιαχτίδες,
να χρωματίσουν με χαρά όλες τις πληγές.
Πάνω στο βράχο ανέβα, γίνε αετός και πέτα,
μέχρι οι φτερούγες σου να μοιάζουνε φωτιές.
Και σαν θα καις αέρα, θα ζεσταθεί η μέρα, και
Θα γιορτάσουν τα παιδιά με αγκαλιές.
Άκου την νύχτα, κλείσε, κλείσε τα μάτια κι είσαι…
Θέλησα ένα όνειρο
Ένα πρωινό αγκάλιασμα, δροσιά ανάσας θέλησα.
Ένα ταξίδι ζωής, με οδηγό την αιώνια δύναμη.
Ένα πρωινό περπάτημα, γεμάτο με ήχους του σύμπαντος, στο μαγεμένο μυαλό σου.
Σε χιόνια και θάλασσες, φυλακισμένες στα κύτταρά μας.
Βαπτισμένοι σ’ ένα ποτάμι που θα μας οδηγήσει σε Σένα που δημιούργησες τα πάντα που μπορεί να δανειστεί ένας ποιητής.
Ένα πρωινό αγκάλιασμα, δροσιά ανάσας θέλησα.
Ένα ταξίδι ζωής, με οδηγό την αιώνια δύναμη.
Ένα πρωινό περπάτημα, γεμάτο με ήχους του σύμπαντος, στο μαγεμένο μυαλό σου.
Σε χιόνια και θάλασσες, φυλακισμένες στα κύτταρά μας.
Βαπτισμένοι σ’ ένα ποτάμι που θα μας οδηγήσει σε Σένα που δημιούργησες τα πάντα που μπορεί να δανειστεί ένας ποιητής.
Έχουμε πόλεμο
Έχουμε πόλεμο, μυστικό και ανώνυμο,
ορφανό δίχως πατρώνυμο, μοναδικό.
Έχουμε πόλεμο, χημικό μα και νόμιμο,
κυνικό όσο και φρόνιμο, εσύ και εγώ.
Όταν σε δω στο χιόνι νύκτα που θα κρυώνεις,
θα σε δεχτώ στο σπίτι το φωτεινό.
Όταν με δεις να λιώνω να φεύγω να τελειώνω,
δώσε μου το σεντόνι να τυλιχτώ.
Έχουμε πόλεμο, βιαστικό μα και μόνιμο,
βρόμικο και απόλυτα κοινωνικό.
Έχουμε πόλεμο μ’ αλυσίδα στο λαιμό,
και ένα κάστρο απόρθητο χωρίς στρατό.
Όταν με δεις στο δρόμο να τρέχω να σκοτώνω,
θα νιώσεις την καρδιά σου να σταματά.
Όταν σε δω στον δρόμο με το όπλο σου στον ώμο,
θα νιώσω στην ψυχή μου μια μαχαιριά.
Έχουμε πόλεμο, μυστικό και ανώνυμο,
ορφανό δίχως πατρώνυμο, μοναδικό.
Έχουμε πόλεμο, χημικό μα και νόμιμο,
κυνικό όσο και φρόνιμο, εσύ και εγώ.
Όταν σε δω στο χιόνι νύκτα που θα κρυώνεις,
θα σε δεχτώ στο σπίτι το φωτεινό.
Όταν με δεις να λιώνω να φεύγω να τελειώνω,
δώσε μου το σεντόνι να τυλιχτώ.
Έχουμε πόλεμο, βιαστικό μα και μόνιμο,
βρόμικο και απόλυτα κοινωνικό.
Έχουμε πόλεμο μ’ αλυσίδα στο λαιμό,
και ένα κάστρο απόρθητο χωρίς στρατό.
Όταν με δεις στο δρόμο να τρέχω να σκοτώνω,
θα νιώσεις την καρδιά σου να σταματά.
Όταν σε δω στον δρόμο με το όπλο σου στον ώμο,
θα νιώσω στην ψυχή μου μια μαχαιριά.
Η τελείωση
Θέλησα να δω τον ουρανό, και τα παιδιά που νοσταλγώ, να τα δεχτώ, μέσα στις νότες που τραγουδώ.
Έτρεξα να μπω στην κιβωτό, που μας τραβά
στην ξαστεριά, και εμείς δειλά στην σιγαλιά,
αγκαλιαζόμαστε σφικτά με παλμό δυνατό.
Κι όμως η βροχή δεν σταματά και η κραυγή μες’ την νυχτιά είναι ο φόβος που είναι κοντά σου
και σε κρατά.
Μην φοβάσαι, μη, φύγε μακριά, πήδα στ’ αστέρια, πνοή αιθέρια
περνά βιαστικά.
Δείξαμε τον δρόμο στην Αυγή, δώσαμε στον κόσμο, μια μαγική
νέα αρχή, αυτή που θα μας κρατήσει στην γη.
Κι όταν τα πουλιά φύγουν ψηλά, και ξαφνικά, η μοναξιά έρθει ξανά, ρίξε πανιά για τα ανοιχτά, ώσπου να έρθει η νέα γενιά.
Θέλησα να δω τον ουρανό, και τα παιδιά που νοσταλγώ, να τα δεχτώ, μέσα στις νότες που τραγουδώ.
Έτρεξα να μπω στην κιβωτό, που μας τραβά
στην ξαστεριά, και εμείς δειλά στην σιγαλιά,
αγκαλιαζόμαστε σφικτά με παλμό δυνατό.
Κι όμως η βροχή δεν σταματά και η κραυγή μες’ την νυχτιά είναι ο φόβος που είναι κοντά σου
και σε κρατά.
Μην φοβάσαι, μη, φύγε μακριά, πήδα στ’ αστέρια, πνοή αιθέρια
περνά βιαστικά.
Δείξαμε τον δρόμο στην Αυγή, δώσαμε στον κόσμο, μια μαγική
νέα αρχή, αυτή που θα μας κρατήσει στην γη.
Κι όταν τα πουλιά φύγουν ψηλά, και ξαφνικά, η μοναξιά έρθει ξανά, ρίξε πανιά για τα ανοιχτά, ώσπου να έρθει η νέα γενιά.
Όταν κλείνεις τα μάτια, μοιάζεις με λουλούδι, που αφήνεται στην ζεστή αγκαλιά του ήλιου.
Όταν με κοιτάς, μοιάζεις με σπουργίτι, που ψάχνει την τροφή του, στο βλέμμα μου.
Όταν ανοίγεις τα χείλη σου, μοιάζεις με άρπα που σε κάθε φιλί μου, ξεπηδούν γλυκές μελωδίες.
Ας είναι αυτά τα λόγια, μια ευχή στον άνεμο, που θα αγγίζει τα αυτιά σου, θα κάνει το γύρο του μυαλού σου, και θα καταλήγει πάντα, στην καρδιά σου.
Είμαι ο βασιλιάς της καρδιάς σου, ενώ τα χέρια μου κρατάνε τα δικά σου.
Το νόημα της στέψης μου είναι συμβολικό.
Είναι παράλογο, μα συνάμα τόσο τρυφερό.
Έρωτα του χθες, έρωτα του σήμερα, ενώστε την ορμή σας για το αύριο.
Τα άστρα λένε ότι το πλήρωμα του, είναι τόσο άγριο.
Είμαι ο βασιλιάς της καρδιάς σου, ενώ τα χείλη μου, βελούδο στα μαλλιά σου.
Θύελλα
Κρυώνω και θέλω φωτιά
την δέκατη μέρα, ύπνου και ονείρων.
Το κρεβάτι με καθήλωσε, στο δέος σου,
φωτεινό μου όραμα.
Η πεταλούδα δεν με υπακούει πια,
κρύφτηκε από τον σκοτεινό χειμώνα.
Ένας σαθρός επαίτης, ακολουθεί την
νύχτα στο σοκάκι.
Θύελλα στο σώμα μου, θύελλα στα μυαλά μου.
Με τα γυαλιά που βλέπεις τον κόσμο, ποτέ δεν θα τον νιώσεις.Κρυώνω και θέλω φωτιά
την δέκατη μέρα, ύπνου και ονείρων.
Το κρεβάτι με καθήλωσε, στο δέος σου,
φωτεινό μου όραμα.
Η πεταλούδα δεν με υπακούει πια,
κρύφτηκε από τον σκοτεινό χειμώνα.
Ένας σαθρός επαίτης, ακολουθεί την
νύχτα στο σοκάκι.
Θύελλα στο σώμα μου, θύελλα στα μυαλά μου.
Είναι τόσο διαβολικά φτιαγμένος, με γονίδια φονιάδες.
Πότε θα γίνει η δράση δημιουργία;
Πότε θα πάψεις να ζητάς για να χαίρεσαι;
Τα πόδια μου πατούν στ’ αστέρια, τα μάτια μου, κοιτάν στο χώμα.
Έτσι όπως μας στήσατε θα βλέπουμε τον κόσμο.
Θύελλα
Κρυώνω και θέλω φωτιά
την δέκατη μέρα, ύπνου και ονείρων.
Το κρεβάτι με καθήλωσε, στο δέος σου,
φωτεινό μου όραμα.
Η πεταλούδα δεν με υπακούει πια,
κρύφτηκε από τον σκοτεινό χειμώνα.
Ένας σαθρός επαίτης, ακολουθεί την
νύχτα στο σοκάκι.
Θύελλα στο σώμα μου, θύελλα στα μυαλά μου.
Με τα γυαλιά που βλέπεις τον κόσμο, ποτέ δεν θα τον νιώσεις.Κρυώνω και θέλω φωτιά
την δέκατη μέρα, ύπνου και ονείρων.
Το κρεβάτι με καθήλωσε, στο δέος σου,
φωτεινό μου όραμα.
Η πεταλούδα δεν με υπακούει πια,
κρύφτηκε από τον σκοτεινό χειμώνα.
Ένας σαθρός επαίτης, ακολουθεί την
νύχτα στο σοκάκι.
Θύελλα στο σώμα μου, θύελλα στα μυαλά μου.
Είναι τόσο διαβολικά φτιαγμένος, με γονίδια φονιάδες.
Πότε θα γίνει η δράση δημιουργία;
Πότε θα πάψεις να ζητάς για να χαίρεσαι;
Τα πόδια μου πατούν στ’ αστέρια, τα μάτια μου, κοιτάν στο χώμα.
Έτσι όπως μας στήσατε θα βλέπουμε τον κόσμο.
Εικόνες της άνοιξης
Εικόνες της άνοιξης, πετάνε κι απόψε,
ίσως δεν βλέπουνε πως είναι ψηλά.
Λουλούδια με χρώματα, γεμάτα αρώματα.
Μικρές μπαλαρίνες, χορεύουν μονότονα,
Έναν ρυθμό που ηχεί, παντοτινά.
Άνθρωποι που έκλαιγαν, ψυχές που αγάπησαν,Εικόνες της άνοιξης, πετάνε κι απόψε,
ίσως δεν βλέπουνε πως είναι ψηλά.
Λουλούδια με χρώματα, γεμάτα αρώματα.
Μικρές μπαλαρίνες, χορεύουν μονότονα,
Έναν ρυθμό που ηχεί, παντοτινά.
φωτιές που έκαψαν κόκκινα χείλη,
βλέπεις εκεί πάνω ψηλά.
Εικόνες της άνοιξης, πετάνε κι απόψε,
ίσως δεν νοιάζονται που είναι μακριά.
Μιλάνε στα σύννεφα, θαυμάζουν τα άστρα,
και στέλνουν στο άπειρο, της νιότης δροσιά.
Εικόνες της άνοιξης, μαζί σας κι απόψε,
θα ταξιδέψουμε αιώνες μετά,
μήπως και δούμε το σύμπαν μικρότερο,
μήπως και ζούμε στον ήλιο περισσότερο.
Πιο φωτεινά βγες
Τρόμαξες σαν ξύπνησες ξανά.
Έτρεξες και σε είδα στην σκιά.
Πιο φωτεινά βγες! Πιο φωτεινά βγες!
Ανέβηκες την σκάλα πιο ψηλά
και δίπλα σου πετάνε ξωτικά σαν χορευτές.
Και προσευχές λες, και προσευχές λες.
Γιατί μπορείς χωρίς δάκρυα, χωρίς κραυγές, να θεραπεύσεις τις πληγές.
Πιο φωτεινά βγες! Πιο φωτεινά βγες!
Γιατί μ’ αρέσει να μου λες πως μαγικές οι λέξεις, και οι ματιές είναι αστραπές.
Και ξαφνικά πιες, και ξαφνικά πιες απ’ το ποτήρι που ξεχείλισε μ’ ευχές, και από γενιές που φυλακίστηκαν μικρές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου